to top

Είδαμε την παράσταση | Ποντικοπαγίδα

Είδαμε την παράσταση | Ποντικοπαγίδα

Η Ποντικοπαγίδα, είναι θρίλερ μυστηρίου της Άγκαθα Κρίστι, σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Κίρκης Καραλή, με τους Βαλέρια Κουρούπη, Μιχάλη Λεβεντογιάννη, Τζένη Μπότση, Ράνια Οικονομίδου, Νίκο Πολυδερόπουλο, Σήφη Πολυζωίδη, Στάθη Σταμουλακάτο, Χάρη Τζωρτζάκη.

Οκτώ άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι αποκλείονται από τη χιονοθύελλα σε έναν ορεινό ξενώνα που μόλις έχει ανοίξει, ενώ η Αστυνομία καταζητεί τον ένοχο μιας φριχτής δολοφονίας που είχε συμβεί την προηγούμενη μέρα σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα.

 

 

Οι σύγχρονες αναγνώσεις θεατρικών έργων έχουν αποδειχθεί διαχρονικά και παγκοσμίως πολύ επικίνδυνο σπορ, με θύματα το ίδιο το θεατρικό (άρα και τον λόγο του συγγραφέα) και πρωτίστως το κοινό. Για να πετύχει μια τέτοια σύγχρονη ανάγνωση πρέπει να πληρούνται δύο συνθήκες: κατ’ αρχάς η διαχρονικότητα (αλλά και η οικουμενικότητα) του πρωτότυπου έργου και φυσικά μια αντίστοιχα ολοκληρωμένη και εφαρμόσιμη στη θεατρική πραγματικότητα ματιά του διασκευαστή -είτε είναι ο υπογράφων το νέο κείμενο είτε ο σκηνοθέτης είτε και οι δύο μαζί. Στην περίπτωση λοιπόν αυτής της νέας “Ποντικοπαγίδας” που επαναλαμβάνεται για δεύτερη σαιζόν στο θέατρο Νέος Ακάδημος, αμφότερες οι συνθήκες δουλεύουν προς τέρψιν των θεατών αλλά και των ηθοποιών.

Ας μην ξεχνάμε πως τα πάντα είναι Λόγος στο θέατρο, οπότε θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω από το κείμενο (Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος, Δραματουργική επεξεργασία: Κίρκη Καραλή) το οποίο λειτουργεί τόσο ως εξαιρετική μετάφραση αλλά πέραν αυτού εξυπηρετεί στο έπακρο και τη νέα θεατρική απόδοση που θέλει τη δράση του θεατρικού να διαδραματίζεται στην Ελλάδα, στη δεκαετία του ’90. Και εδώ φυσικά έρχεται να κουμπώσει η δεύτερη συνθήκη, αυτή της διαχρονικότητας αλλά κυρίως της οικουμενικότητας του πρωτότυπου θεατρικού της Άγκαθα Κρίστι, το οποίο δεν γνωρίζει κοινωνικούς ή γεωγραφικούς περιορισμούς για να λειτουργήσει σε οποιαδήποτε γλώσσα και σε οποιαδήποτε χώρα. Η σύγχρονη τεχνολογία μόνο στέκει ελαφρώς εμπόδιο στην εξέλιξή του, αφού τα κινητά και το ίντερνετ θα παρείχαν από πολύ πιο νωρίς τη λύση του μυστηρίου, οπότε εδώ επιλέγεται σοφά η τοποθέτησή του στα χρόνια του ’90.

 

Ο “εξελληνισμός” της “Ποντικοπαγίδας” εξυπηρετεί σε κάτι ακόμα πολύ σημαντικό, αφού κατορθώνει να εξελληνίσει και το χιούμορ το οποίο αποτελεί πρωτογενή παράγοντα του έργου. Η Άγκαθα Κρίστι είχε την άνεση να αυτοσαρκάζεται μέσα από την ειρωνεία προσώπων και πραγμάτων στις ιστορίες της, καθώς είχε τη σοφία να μην παίρνει και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της και να το διασκεδάζει χωρίς ενοχές. Αυτό το χιούμορ όμως και το βρετανικό φλέγμα, που εν πολλοίς στηρίζονται στην ίδια την αγγλική γλώσσα, σπάνια αποδίδονται με φυσικότητα σε οποιαδήποτε άλλη, άρα η “μετακόμιση” του ξενώνα της ιστορίας στον Κιθαιρώνα επιτρέπει σε μεταφραστή και σκηνοθέτη να εξελληνίσουν και το χιούμορ του έργου με αποτέλεσμα γάργαρο λόγο και λειτουργικά αστεία και συμπεριφορές, χωρίς τον μιμητισμό βρετανών χαρακτήρων και ψευτο-φλεγματικού ύφους. Πολύ έξυπνο βρήκα επίσης το εύρημα να διατηρούν οι ηθοποιοί το όνομά τους στην παράσταση, παράγοντας που δημιουργεί κάτι το ανερμήνευτα σουρεάλ μεταξύ ρόλου και αλήθειας αλλά και μια επίσης ανερμήνευτη οικειότητα μεταξύ κοινού και ερμηνευτών.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι 8 πολύ σωστά επιλεγμένοι για τον κάθε ρόλο ηθοποιοί να έχουν να διαχειριστούν με κέφι και αφοσίωση μια παράσταση καλοκουρδισμένη και πρωτίστως με έξοχο ρυθμό. Δεδομένης της ανυπαρξίας διαλείμματος λόγων των μέτρων για τον κορωνοϊό, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ταχύτητα με την οποία κυλά ο χρόνος και η απόλαυση που εισπράττεις από την παρακολούθηση της παράστασης. Κείμενο και σκηνοθεσία, εντός ενός αφαιρετικού μα λειτουργικού και εν τέλει κομψού σκηνικού (Άση Δημητρολοπούλου), επιτρέπουν στους ηθοποιούς να κινούνται με άνεση στη σκηνή, στην αλήθεια και στο ψέμα του ρόλου τους, με τους φωτισμούς (Μελίνα Μάσχα) και τον ήχο να συντελούν ενεργά στο μυστήριο και την αγωνία.

 

Ως έργο συνόλου, η “Ποντικοπάγίδα” δεν αφήνει χώρο σε ρόλους να ξεχωρίζουν, μολονότι αυτοί του Χάρη Τζωρτζάκη, της Ράνιας Οικονομίδου και του Νίκου Πολυδερόπουλου είναι ελαφρώς οι πιο αβανταδόρικοι αλλά και οι πιο επικίνδυνοι να εκτροχιαστούν στην καρικατούρα, όμως όλοι τους δείχνουν να κατέχουν το μέτρο. Αυτό αφήνει στο ζευγάρι των πανδοχέων (Τζένη Μπότση, Μιχάλης Λεβεντογιάννης) το δύσκολο έργο να διαχειριστούν ρόλους πιο ήπιους, όχι όμως και αυτοί χωρίς τις δικές τους δυνατές στιγμές, τους οποίους αμφότεροι διαχειρίζονται με μαεστρία και αναδεικνύονται στους ιδανικούς οικοδεσπότες του ξενώνα αλλά και της παράστασης. Συνεπέστατοι με τις απαιτήσεις των δικών τους ρόλων εμφανίζονται ο Σήφης Πολυζωίδης, ο Στάθης Σταμουλακάτος και η Βαλέρια Κουρούπη.

Με φροντισμένη την ισορροπία μεταξύ θρίλερ και χιούμορ, με λειτουργική και με σωστό ρυθμό σκηνοθεσία και με αυτό το έξυπνο και καλογραμμένο κείμενο, τούτη εδώ η “νεοελληνική Ποντικοπαγίδα” θα τολμούσα να πω πως έχει τα εχέγγυα να βρει σταθερή στέγη για πολλά χρόνια και μάλιστα εκμεταλλευόμενη τη συνωνυμία χαρακτήρων και ηθοποιών να αλλάζει “ήρωες” (και ονομασία στον ξενώνα) με κάθε αλλαγή του καστ, κάτι που θα είχε πραγματικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς θα έμοιαζε να δημιουργεί νέα, εναλλακτικά σύμπαντα εντός του ίδιου πλαισίου.

 

 

Νέος Ακάδημος – Ακαδημίας & Ιπποκράτους 17
Ποντικοπαγίδα της Αγκάθα Κρίστι •

 

Σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Κίρκης Καραλή!
Με τους Βαλέρια Κουρούπη, Μιχάλη Λεβεντογιάννη, Τζένη Μπότση, Ράνια Οικονομίδου, Νίκο Πολυδερόπουλο, Σήφη Πολυζωίδη, Στάθη Σταμουλακάτο και Χάρη Τζωρτζάκη.


Παραστάσεις: Σάββατο στις 18:00, Κυριακή στις 20:30,
Δευτέρα στις 19:00, Τρίτη στις 20:00, Τετάρτη στις 18:00

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

Invalid username, no pictures, or instagram servers not found
Invalid username, no pictures, or instagram servers not found