to top

Είδαμε την παράσταση | Το γάλα

Είδαμε την παράσταση | Το γάλα

“Το γάλα” του Βασίλη Κατσικονούρη, σκηνοθεσία: Ερμίνα Κυριαζή, Μάνος Καρατζογιάννης, πρωταγωνιστούν: Στέλλα Γκίκα, Δημήτρης Πασσάς, Ελένη Σακκά, Μάνος Καρατζογιάννης.

Μια μάνα και οι δυο της γιοι, στην Αθήνα σήμερα, στην Τιφλίδα κάποτε. Οι μνήμες υπάρχουν για να αγνοούνται. Οι ελπίδες πολλές, οι φιλοδοξίες ακόμα περισσότερες. Η ταυτότητα θολή μα και ξεκάθαρη. “Εμείς από την Ελλάδα είμαστε”, ψελλίζει με κάθε ευκαιρία η μάνα. Ο ένας γιος φαίνεται να το υιοθετεί, αποφασισμένος να γίνει ένα με το τώρα, αρραβωνιασμένος με την κόρη του αφεντικού του στη Λάρισα, σε πρατήριο βενζίνης που πλέον διοικεί μόνος του ως μελλοντικός γαμπρός.

Το πήγαινε-έλα από τη Λάρισα στην Αθήνα, για να δει τι κάνει η μάνα, είναι το ίδιο και το αυτό με το πήγαινε-έλα μιας ολόκληρης ζωής μοιρασμένης στα δυο, φροντίζοντας να ξεφύγει από την επιβεβλημένη ντροπή του “ξένου” και του αδελφού του που πάσχει από σχιζοφρένεια.

Μόνο που μέσα στο ταραγμένο του μυαλό, ο αδελφός του επιβιώνει με τις μνήμες, αναπολώντας την άλλη ζωή, με τον πατέρα που πέθανε, στα γήπεδα και στις λίμνες, αρνούμενος να νιώσει ντόπιος, ψάχνοντας τις ρίζες του και αποζητώντας το γάλα που τον έθρεψε μικρό.

 

 

Είναι στ’ αλήθεια τόσο αναζωογονητικό να παρακολουθείς ένα έργο σύγχρονο μα και εικοσαετίας, το οποίο έχεις ξαναδεί στο θέατρο και στο σινεμά, για να το ανακαλύπτεις από την αρχή σαν ολοκαίνουργιο. Η τεράστια επιτυχία που σημάδεψε την αναγέννηση της ντόπιας δραματουργίας επιστρέφει στο θέατρο Σταθμός και σε καλεί να το ανακαλύψεις για πρώτη φορά, χάρη σε αυτή τη νέα σκηνοθετική διερμηνεία που αντιλήφθηκαν από κοινού η Ερμίνα Κυριαζή και ο Μάνος Καρατζογιάννης.

Αν είναι κάτι που ξεχωρίζει και αναδεικνύει Το γάλα, στο νέο αυτό ανέβασμα είναι η πρωτόγνωρη αίσθηση ευγένειας και τρυφερότητας με την οποία προσέγγισαν την ιστορία και τους ανθρώπους της. Κόντρα στη σκληράδα του θέματος, την απόγνωση και τη βία που ενυπάρχουν σε αυτό, η παράσταση στο θέατρο Σταθμός ξεχειλίζει από ανθρωπιά και καλοσύνη στη ματιά της.

Δεν είναι πως άλλαξαν οι συνθήκες στην εξέλιξη της ιστορίας. Είναι που η σκηνοθεσία επιλέγει να την αφηγηθεί με αγάπη, ψάχνοντας διαρκώς στα κατάβαθα των ηρώων της για να εντοπίσει τις προθέσεις και τις πληγές, χωρίς να κρίνει, χωρίς να τοποθετείται απέναντι αλλά και χωρίς να εισβάλλει ηδονοβλεπτικά.

Θέτοντας όλους εμάς στο επίκεντρο αυτού του σπιτιού με τους βασανισμένους ανθρώπους, μας καθιστά διαμεσολαβητές που αποζητούν την καλύτερη λύση για όλους, μας ωθεί να νοιαστούμε και εν τέλει να μεταμορφωθούμε σε εξ αίματος συγγενείς που συμπάσχουμε με τη δική μας οικογένεια. Δεν απέχει άλλωστε κανείς τους από εμάς, αφού οι συνθήκες εφάπτονται στην ύπαρξη όλων μας εξίσου, τροποποιημένες απλά στη ζωή του καθενός.

Με γραφή πανανθρώπινη, το εξαιρετικό κείμενο του Βασίλη Κατσικονούρη επιτρέπει πολλαπλές προσεγγίσεις στον κάθε ήρωα ξεχωριστά, ανάλογα με την προδιάθεση της ματιάς του καθενός. Υπήρξαν άλλωστε φορές που οι χαρακτήρες του έργου αποδόθηκαν με απότομες γωνίες, περισσότερο παραδομένοι στη βία των καταστάσεων και περισσότερο αψιοί στις γωνίες τους.

Το εξαιρετικό που συμβαίνει στη συγκεκριμένη παράσταση –  Το γάλα, είναι πως οι σκληρές γωνίες μεταφέρθηκαν στα σκηνικά (Άγγελος Αγγελής), με το φτωχόσπιτο να αποδίδεται γκριζογήινο, πνιγηρό και ανήλιαγο, παράγωνο και καταθλιπτικό, να αναγκάζει τους κατοίκους του να αποζητούν μονίμως διέξοδο, σε μια πόρτα στο βάθος που παραμορφώνει την προοπτική και αφήνεται στην αίσθηση της πύλης ενός κόσμου άλλου, τόσο κοντινού, αλλά και τόσο απόμακρα επικίνδυνου.

Σε αυτές τις σκληρές γωνίες και τις σκιές (φωτισμοί: Άγγελος Παπαδόπουλος) είναι που οι τέσσερις ήρωες του δράματος κάνουν ατέρμονες καραμπόλες, επιστρέφοντας βίαια ο ένας επάνω στον άλλο, έως ότου κάποτε κοπάσει η ορμή και συρθούν αργά για να αγγιχτούν τρυφερά. Δεν είναι η ψυχή τους γκρίζα και απότομη, αλλά ο τόπος που τους εξωθεί να ενστερνιστούν το γκριζογήινο στο έξω τους (κοστούμια: Άγγελος Αγγελής) ώστενα νιώσουν οικεία με τη θαμπάδα που τους περιβάλλει. Ο Λευτέρης μόνο φοράει χρώμα, ένα κόκκινο ξένο με τον χώρο που δεν αγάπησε ποτέ. Κόκκινο πανί και ο ίδιος, επαναστάτης με αιτία, τρομαγμένο παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ, ψυχή ταραγμένη όπως το μυαλό του που πλάθει εφιάλτες ολοζώντανους όταν δεν ανατρέχει διψασμένο για χαρά στις θύμησες που τον γαληνεύουν.

Τα τραγούδια του νέου τόπου μόνο αγάπησε ο Λευτέρης, τα βαριά λαϊκά που παίζει στο ραδιόφωνο ο πειρατής ο Τζίμης (εξαιρετική η μίξη τους με την εφιαλτικά σπαρακτική μουσική του Νεοκλή Νεοφυτίδη), λίγο πριν κλείσει κι αυτός και πάρει μαζί του την τελευταία άγκυρα που τον δένει με την πραγματικότητα.

 

Σε όλο αυτό το υπέροχο σύμπαν που μοιάζει να διπλασιάζει τη σκηνή του θεάτρου, οι τέσσερις υπέροχοι ηθοποιοί μετουσιώνονται στους χαρακτήρες τους και προσφέρουν ερμηνείες αποκαλυπτικού βάθους και ρεαλιστικής μεστότητας. Ο Μάνος Καρατζογιάννης είναι απλά υπέροχος στον ρόλο του ταραγμένου Λευτέρη, με σωματική έκφραση, φωνητική χροιά και συναισθηματικούς υπαινιγμούς που ανεβοκατεβάζουν τον ρόλο από την κορυφή στα τάρταρα, σε ένα διαρκές ψυχογράφημα που μετατρέπει την πλατεία σε αίθουσα εντατικής, λίγο πριν από το τελευταίο ταξίδι.

Με ερμηνεία μεστή που αδιαφορεί για οποιαδήποτε ευκολία στην υπερβολή της (γεμάτος ο ρόλος από τέτοιες παγίδες), μετατρέπει τις αναμνήσεις του σε εικόνες, ανοίγει την ψυχή του Λευτέρη διάπλατα και τσαλακώνεται σε νεογέννητο μωρό κάτω από το τραπέζι, τσακισμένος από τους άλλους, μόνος σε τόπο ξένο, αποζητώντας μόνο μία αγκαλιά κι ας νιώθει τη διαρκή απόρριψη όλων όσοι στην τελική τρομάζουν δίπλα του.

Συγκλονιστική η Στέλλα Γκίκα στον ρόλο της μάνας Ρήνας, μοιάζει να υπάρχει μόνο για τον ρόλο, χωρίς δικό της πριν και μετά, λες και οι λέξεις έγιναν μικροί θεοί που έπλασαν ζωή από τον Λόγο. Με κάθε της συλλαβή, νεύμα, ταραχή και βλέμμα αφηγείται τη ζωή αυτής της τσακισμένης γυναίκας τόσο οικεία απλά σαν να την ξέραμε από πάντα, σαν να ζει δίπλα μας για χρόνια, σαν να είναι η μάνα η δική μας.

Έντεχνα προσγειωμένος στην πραγματικότητα, καιροσκόπος και πραγματιστής μαζί, διαρκώς παλεύοντας με το μέσα του για να μην αφεθεί σε αχρείαστα συναισθήματα που θα τον εκτροχιάσουν από την πορεία του, ο Αντώνης του Δημήτρη Πασσά αποκτά καίρια ουσία και εκτόπισμα, αποδίδοντας στην εντέλεια τον “άντρα του σπιτιού”, κρύβοντας εντέχνως το απογοητευμένο και φοβισμένο παιδί που στην αλήθεια είναι.

Ουσιαστικά αφοσιωμένη στην αμηχανία της αρραβωνιαστικιάς Νατάσας, η Ελένη Σακκά κλιμακώνει διακριτικά την παρουσία και την ερμηνεία της με μαεστρία και ρυθμό, έτσι όπως μάλιστα εξελίσσεται σε παράγοντα καταλυτικό για το φινάλε που σε γραπώνει από τα σωθικά.

 

• Θέατρο Σταθμός – Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο
Παραστάσεις: Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο & Κυριακή στις 18:15

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

A
A
 Photos
A
 Followers
A
 Following