to top

Είδαμε την παράσταση | Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες

Είδαμε την παράσταση | Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες

Το έργο Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες, είναι δραματική κομεντί του Λέοναρντ Γκερς, σε σκηνοθεσία Ρέινας Εσκενάζυ, με τους Αναστάση Ροϊλό, Εριέττα Μανούρη, Πέμη Ζούνη, Κωνσταντίνο Ελματζίογλου.

Ένα 24ωρο από τη ζωή του Ντον, ενός τυφλού νεαρού που μένει μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα, την ημέρα που γνωρίζει την Τζιλ, την επιπόλαια μα πάντα γελαστή 19χρονη γειτόνισσά του, λίγες ώρες προτού τον επισκεφθεί αναπάντεχα η μητέρα του που ανησυχεί για το αν τα καταφέρνει μόνος του στη Νέα Υόρκη.

 

 

Κάποτε η Αθήνα έβριθε τέτοιων παραστάσεων, ειδικά τα καλοκαίρια, στα θερινά της θέατρα, εκεί, πέριξ ή επί της Αλεξάνδρας και η ζωή φάνταζε πιο όμορφη. Ήταν λοιπόν διπλή η χαρά μου όταν είδα τις φετινές “Πεταλούδες” επειδή ακριβώς δεν είδα μόνο μια καλή παράσταση μα ταξίδεψα και σε γνώριμες μνήμες και εποχές. Χριστέ μου, πόσο γέρος ακούγομαι. Κι όμως, δεν πάει τόσος πολύς καιρός όταν τα καλοκαίρια στην Αθήνα έβρισκαν χώρο καλοδεχούμενα δροσερές παραστάσεις, με λαμπερούς ηθοποιούς, σύγχρονες ή παλαιότερες, πρόζα ή και μιούζικαλ και ήταν αυτές ακριβώς οι παραγωγές που έδιναν το στίγμα της πόλης, παρέα με τις άλλες, τις “σοβαρές” του Ηρωδείου και των θεάτρων στα βράχια και τις πέτρες.

Πρόσφατα όμως βάρυνε το πράγμα, με το Φεστιβάλ να σηκώνει μόνο του σχεδόν το βάρος όλων των θεατρικών παραγωγών του καλοκαιριού, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, γυρίζοντας τη στρόφιγγα μονόπλευρα στα έργα τα πειραματικά, τα βαριά, τα διαφορετικά, που χωρίς την μπαλάντζα του ανάλαφρου δεν μυρίζουν καλοκαίρι.

 

Η φετινή παραγωγή λοιπόν του διάσημου (και από τον κινηματογράφο) έργου του αμερικανού συγγραφέα Λέοναρντ Γκερς ήρθε να ισορροπήσει κατά το δυνατόν το θεατρικό μας καλοκαίρι. Ξεκινώντας από μόνιμη “έδρα” (την ταράτσα του “Λαμπέτη”) και συνεχίζοντας σε περιοδεία με πολλούς σταθμούς στην Αττική και αλλού, η παράσταση στήθηκε για να ταξιδεύει. Από το φαινομενικά απλό, μα λειτουργικό και κομψό σκηνικό του Γιώργου Λυντζέρη (που έχει κάνει και τα κοστούμια) μέχρι τη σκηνοθεσία και τη μετάφραση της Ρέινας Εσκενάζι, τα πάντα φαντάζουν on the go, καλοκαιρινά και ανάλαφρα -και τίποτα αρνητικό δεν υπάρχει σε όλα αυτά. Είναι βέβαια και το κείμενο που βοηθά (φροντισμένη η μετάφραση, αποδίδει τη λεπτότητα του χιούμορ και στα Ελληνικά) αλλά είναι και αυτός ο εξαίρετος Αναστάσης Ροϊλός που δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω του. Μετρημένος ο Ντον του, στην κάθε του λεπτομέρεια, αντράκι και μικρό αγόρι ταυτόχρονα, ευαίσθητος και αποφασιστικός, επαναστάτης μα και φοβισμένος γιος που δεν παραδέχεται πόσο θέλει να χωθεί στην αγκαλιά της μάνας του.

Κι όλα αυτά, με υπέροχη τοποθέτηση φωνής και χωρίς να υπερβάλλει στο παραμικρό στον ρόλο του τυφλού, για τον οποίο σε πείθει ευθύς εξ αρχής χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Επιτήδευση όμως βρήκα λίγη στην αφέλεια της Τζιλ της Εριέττας Μανούρη, ευτυχώς όμως μόνο στην αρχή, καθώς πολύ σύντομα, όσο ωρίμαζε ο ρόλος ωρίμαζε και η ερμηνεία με αποτέλεσμα λεπτές συναισθηματικές διακυμάνσεις, μια εξαιρετική συνύπαρξη με τον Ντον επί σκηνής που σε συνεπαίρνει και με χημεία που κατεβαίνει στα καθίσματα. Και έπειτα είναι η μάνα Πέμη Ζούνη, η οποία καταλαμβάνει τον χώρο της με το που μπαίνει στη σκηνή. Δεν χρειάζεται να κοπιάσει για να πείσει, με τα ατελείωτα χιλιόμετρα ρόλων που κουβαλάει στην πλάτη της, οπότε χωρίς να πάψει ποτέ να είναι η Πέμη Ζούνη είναι μαζί και η κ. Μπέηκερ, τόσο απλά. Υπέροχη στη σκηνή της με την Τζιλ, εξαιρετική λίγο πριν το φινάλε με τον Ντον, απολαυστική στις ατάκες της με τον σαρωτικό και φωνακλά Ραλφ, του Κωνσταντίνου Ελματζίογλου.

Μοναδική μου ένσταση, η ελαφρώς παλιομοδίτικη χρήση σε κάποιες συγκινησιακά φορτισμένες σκηνές της μουσικής και των φωτισμών που τίποτα ουσιαστικό δεν προσδίδουν, καθώς η ψυχή της παράστασης είναι οι ηθοποιοί της που δεν χρειάζονται κανενός είδους τέτοια βοήθεια. Υπέροχο και λειτουργικό (αν και διόλου sixties ούτε νεοϋρκέζικο) το πρωτότυπο τραγούδι που ο Σταμάτης Κραουνάκης έγραψε για την παράσταση, το οποίο απογειώνεται και από την ερμηνεία του Αναστάση Ροϊλού, ο οποίος είναι το κέντρο όλης της παράστασης.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.