to top

Είδαμε την ταινία – Ο άνθρωπος του θεού

Ο άνθρωπος του θεού

Ο άνθρωπος του Θεού, είναι βιογραφικό δράμα της Simeon σε σκηνοθεσία Γελένα Πόποβιτς, με τον Άρη Σερβετάλη και τους Αλεξάντερ Πέτροφ, Χρήστο Λούλη, Τόνια Σωτηροπούλου, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μίκυ Ρουρκ.

Είναι παράξενη μα ταυτόχρονα αξιοθαύμαστη αυτή η οικεία σχέση του κόσμου με τον Άγιο Νεκτάριο της Αίγινας μέσα στα χρόνια. Ίσως έχει να κάνει με το πρόσφατο του εγκόσμιου βίου του, ίσως με την προσωπικότητά του, το έργο του και το καλλιεργημένο πνεύμα του, ίσως ακόμα να παίζει ρόλο και η εγγύτητα του όμορφου νησιού που εκείνος αγάπησε και το οποίο τον φιλοξενεί μέχρι τις ημέρες μας, κάνοντας την επίσκεψη στη μονή του κάτι απλό και οικείο, σαν μια κυριακάτικη βόλτα στον παππού. Ξεχωριστή μορφή, με ισχυρή και ουσιαστική δράση εντός και εκτός Εκκλησίας, λόγιος, φιλάνθρωπος με την πλήρη έννοια του όρου, με κριτική σκέψη και διαχρονική αφοσίωση στον μοναχισμό ως τρόπο κατανόησης και αποδοχής του Θείου, ο Άγιος Νεκτάριος, κατά κόσμον Αναστάσιος Κεφαλάς, είχε μια δύσκολη παιδική και εφηβική ζωή, και στα χρόνια τις ιεροσύνης μαρτύρησε όχι στα χέρια αλλόθρησκων βαρβάρων αλλά στις συνωμοσίες σε διαδρόμους και γραφεία αντιπάλων του κληρικών και των πολιτικών που επηρέαζαν. Ταλαιπωρημένος από φήμες και ψευδείς κατηγορίες μέχρι και πριν από το τέλος της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έζησε τον εγκόσμιο βίο που αναμφισβήτητα προσφέρεται για μυθοπλαστική εξιστόρηση.
Ένα τέτοιο εγχείρημα βέβαια ενέχει μόνο κινδύνους. Κατ’ αρχάς το σενάριο μιας βιογραφικής ταινίας είναι επικίνδυνο από μόνο του, καθώς καλείται όχι μόνο να αποτυπώσει την “αλήθεια” του προσώπου που βιογραφεί μέσα από τη μυθοπλασία χωρίς να γίνει ντοκυμανταίρ, αλλά και ενδεχομένως να επιλέξει τη χρονική περίοδο την οποία θα καλύψει καθώς και το πρίσμα μέσα από το οποίο θα αφηγηθεί την ιστορία, ακόμα κι αν αυτό είναι μόνο ένα συγκεκριμένο γεγονός. Όταν μάλιστα η βιογραφία αφορά σε Άγιο και μάλιστα θαυματουργό της Εκκλησίας, εκεί τα πράγματα δυσκολεύουν στον υπέρτατο βαθμό, αφού ο κίνδυνος της όποιας μεταφυσικής υποψίας (και καχυποψίας) μπορεί να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Στην περίπτωση του “Ανθρώπου του Θεού”, η σκηνοθέτις και σεναριογράφος Γελένα Πόποβιτς, επιλέγει σοφά την ανθρώπινη διάσταση του Νεκταρίου Αιγίνης, κατά τη χρονική περίοδο των τελευταίων 30 ετών της ζωής του, με επίκεντρο και αφηγηματικό πρίσμα τόσο τις αέναες επιθέσεις των κληρικών που τον δυσφημούσαν ασταμάτητα, τα χρόνια του στη Ριζάρειο, αλλά και τη δημιουργία της μονής στην Αίγινα, τον τόπο που τόσο αγάπησε και φρόντισε ο ίδιος σαν να ήταν η πατρίδα που γεννήθηκε. Και σε γενικές γραμμές, τα καταφέρνει καλά.

Με το σενάριο να ξεκινά απ’ ευθείας από το τραπέζι της συνωμοσίας που οδήγησε στην απομάκρυνση του Νεκταρίου από την Αίγυπτο και στην άτυπη εξορία του ουσιαστικά στην Ελλάδα (όπου δεν είχε καν να φάει), η ταινία δίνει το στίγμα της καταδίωξης που υπέστη ο άνθρωπος αυτός, όχι από εχθρούς και αντιπάλους αντίθετης πίστης, μα από την ίδια την Εκκλησία στην οποία ο ίδιος είχε αφιερωθεί, ως μέρος του ταξιδιού προς κατανόηση του Θείου. Μακριά από φιλοδοξίες εξουσίας την οποία δήλωνε απερίφραστα πως αντιπαθεί, κατηγορήθηκε πως υποκινούσε πραξικοπήματα στην ιεραρχία, ενώ το ίδιο το επίσημο ελληνικό κράτος αδυνατούσε να τον βοηθήσει, πίσω από γραφειοκρατικά κωλύματα ιθαγένειας. Έτσι λοιπόν, το σενάριο προχωρά ταχύτατα, με σκηνές-βινιέτες (μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας) και ομολογουμένως γρήγορους ρυθμούς, από την Αίγυπτο στους δρόμους της Αθήνας, και από εκεί στην Εύβοια, για μια τετραετία ένδειας και πείνας ουσιαστικά, έως ότου ξεκινά ο κύκλος στη Ριζάρειο Σχολή της οποίας αναλαμβάνει τη Διεύθυνση, για να περάσουμε στο τρίτο μέρος ουσιαστικά που αφορά στην Αίγινα. Είναι διακριτές οι περίοδοι που διανύουμε με αέναες σταθερές την πραότητα του Αγίου Νεκταρίου και το μένος των διωκτών του, όμως μολονότι στην αρχή η ταινία διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ του κινηματογραφικού και πραγματικού χρόνου, προς το τέλος, από την Αίγινα και μετά τρέχει πολύ γρήγορα, χωρίς να σου δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθείς το πέρασμα των ετών και προς στιγμήν απορείς που ξαφνικά το πρόσωπο του Αγίου είναι τόσο γερασμένο. Στην ολότητά του το κεφάλαιο της Αίγινας ήθελε λίγη περισσότερη δουλειά, νιώθεις την απουσία κάποιων σκηνών που δεν υπάρχουν ενώ αντιλαμβάνεσαι ως περιττή αυτήν με τον μεθυσμένο Στάνκογλου που πραγματικά δεν προσφέρει το παραμικρό.

 

Σκηνοθετικά, η Πόποβιτς ακολουθεί πιστά το γρήγορο τέμπο του σεναρίου της, με τη βοήθεια μάλιστα του μοντάζ (Λάμπης Χαραλαμπίδης) που κρατά εξαίρετο χρονισμό στα πλάνα, ψαχουλεύοντας περισσότερο το συναίσθημα παρά τα λόγια της σκηνής. Το κάδρο της έχει ενδιαφέρον ώρες-ώρες, το οποίο καίτοι εν γένει ακαδημαϊκό, έχει κάποιες ενδιαφέρουσες κινήσεις και γωνίες, ενώ γίνεται εξαιρετικό στα “αγιογραφικά” κοντινά του Αγίου Νεκταρίου. Υπέροχη είναι η φωτογραφία του Παναγιώτη Βασιλάκη που διατηρεί μια χρωματική παλέτα παλιάς ξύλινης εικόνας που τα χρώματά της έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν, αφήνοντας τόπο στις σκιές και στα βλέμματα, πλην της άφιξης στην Αίγινα, όταν πια η οθόνη λάμπει από φως και χρώμα, καθώς και η ψυχούλα του Νεκταρίου αγαλλιάζει όταν βρίσκει όχι μόνο τον σκοπό του μα και τον τόπο του στο νησί. Αυτό μάλιστα είναι πολύ σημαντικό στην κινηματογραφική αφήγηση, αφού και ένας αμύητος στις κινηματογραφικές τεχνικές θεατής “νιώθει” τη σημασία της Αίγινας στη ζωή του Αγίου, με τη φωτογραφία να καλύπτει τις σεναριακές ελλείψεις κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τις οποίες ανέφερα πρωτύτερα. Τέλος, ο Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ αποδεικνύει με την εξαιρετική του μουσική, πόσο σπουδαίος κινηματογραφικός συνθέτης είναι. Στον “Άνθρωπο του Θεού”, ο Πράισνερ δεν γράφει το “μεγάλο” μουσικό θέμα που μένει αξέχαστο, μα μελωδίες που μοιάζουν με άγγιγμα ψυχής και λόγια θεία και καταπραϋντικά, αφού και ο ίδιος αντιλαμβάνεται πως τίποτα -ούτε η μουσική του- οφείλει να καλύψει το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Κι όταν, επιτέλους, στο φινάλε αφήνεται σε ένα κορυφαίο μουσικό ξέσπασμα, που μοιάζει με θρήνο και ταυτόχρονα φωνές Αγγέλων εξ ουρανού, είναι η στιγμή που και Άγιος Νεκτάριος αφήνεται στα χέρια του Θεού που τόσο αγαπούσε και που η Γελένα Πόποβιτς και η ίδια η ταινία -μαζί με τους θεατές μέσα στην αίθουσα- αφήνονται για λίγα λεπτά στη σφαίρα του μεταφυσικού και του αγνώστου και της ελπίδας.

Και είναι αυτή η τελευταία σκηνή, η τελευταία στιγμή επί της Γης του Αγίου Νεκταρίου που επιβεβαιώνει και επιβραβεύει την επιλογή του Άρη Σερβετάλη για τον ρόλο. Με βλέμμα καθάριο σε όλη την ταινία, φωνή που αναβλύζει πραόητα και σώμα που δονείται στις μετάνοιες, ο Άρης Σερβετάλης μετουσιώνεται στον μοναχό εκείνο που αναζητά τον δρόμο του και που για την πίστη του δεν αμφέβαλε ποτέ. Ανθρώπινος μα και αλλόκοσμος, ο ξεχωριστός αυτός ηθοποιός ακροβατεί ανάμεσα στον δικό μας κόσμο και τον άλλον εκεί ψηλά, διδάσκει με κάθε του φράση, πονάει με κάθε του ματιά και βασανίζεται με κάθε του προσευχή, μεσσιανική φιγούρα έως την προσευχή προς την Παναγία (τη μητέρα του) στην οποία εξομολογείται πως δεν αντέχει άλλο τέτοιον πόνο, με το σώμα του να τον προδίδει. Η σκηνή της κοίμησής του στο κρεβάτι του νοσοκομείου θα σας μείνει αξέχαστη. Σπουδαίος!

 

Πέραν του Άρη Σερβετάλη, και με το ύφος της ταινίας να καλύπτει 30 χρόνια από τη ζωή του, δύσκολα μπορούν να εντοπιστούν β’ ρόλοι, αφού ελάχιστοι υπήρξαν οι σταθεροί άνθρωποι στη ζωή του. Οπότε, μόνο τον “Κώστα” του Αλεξάντερ Πέτροφ μπορούμε να χαρακτηρίσουμε δευτεραγωνιστή, χωρίς όμως να είναι τόσο ρόλος ουσίας όσο “βαστάζου”, ενώ πολύ καλός (όπως πάντα γιατί είναι ηθοποιάρα) είναι ο Χρήστος Λούλης στον ρόλο του Προέδρου της Ριζαρείου. Από εκεί και μετά, μια πληθώρα ηθοποιών κάνει πέρασμα κατά τη διάρκεια της ταινίας, έως και τον Μίκυ Ρουρκ στον ρόλο του τραυματισμένου παράλυτου στο δωμάτιο του νοσοκομείου όπου νοσηλεύεται ο Άγιος Νεκτάριος. Δεν μπορείς όμως να μιλάς για ρόλους παρά για στιγμιότυπα. Δεν σε νοιάζει όμως από ένα σημείο και μετά, αφού το σενάριο και η ταινία δομούνται γύρω από το πρόσωπο (κυριολεκτικά) του Νεκταρίου και της αέναης πάλης του με τους συκοφάντες και της θέλησής του να διατηρήσει την πίστη του ατράνταχτη. Μακριά από κάθε είδους ταινίας “θρησκευτικών”, αλλά και χωρίς να γίνεται στην ουσία της “πολιτική”, ο “Άνθρωπος του Θεού” είναι εκλαϊκευμένο σινεμά, φροντισμένης αισθητικής, συγκινητικό, τραγικό και στις στιγμές του μυστικιστικό, με έναν εξαιρετικό ηθοποιό που πλέει μόνος του στα νερά ενός ρόλου επικίνδυνου, με βάρκα το έμφυτο ταλέντο του και τις αναζητήσεις του μυαλού του, παίρνοντας κι εμάς μαζί του μέχρι τέλους. Με διάρκεια που αγγίζει τις δύο ώρες, δεν καταλαβαίνεις ποτέ πώς πέρασε ο χρόνος. Και το κυριότερο ξέρετε ποιο είναι; Πως βγαίνεις από το σινεμά και νιώθεις όμορφα.

 

Υ.Γ. Δεν γνωρίζω τον λόγο που η Γελένα Πόποβιτς αποφάσισε να γυρίσει την ταινία στα Αγγλικά, μολονότι πλην δύο οι ηθοποιοί της είναι Έλληνες. Προσωπικά δεν μου καίγεται καρφί (όπως και σε κανέναν μέσα στο κατάμεστο σινεμά που παρακολουθούσα την ταινία). Αναμφισβήτητα νιώθεις πως ίσως αυτό δυσκολεύει στις ερμηνείες τους τους μη αγγλόφωνους ηθοποιούς (δηλαδή, όλους πλην του Μίκυ Ρουρκ), αλλά αυτό συμβαίνει στα πρώτα λεπτά επειδή το μυαλό σου “ξέρει” πως δεν μιλάνε στη γλώσσα τους. Στο δεκάλεπτο έχεις αποδεχθεί τη σύμβαση και απολαμβάνεις την ταινία (μολονότι θεωρώ λάθος τις δύο σκηνές που μιλούν Ελληνικά, χωρίς να καταλάβω ποτέ τον λόγο). Όσο για όλους αυτούς που γελάνε με τα Αγγλικά των ηθοποιών και οι οποίοι στηρίζουν ολόκληρες κριτικές επάνω στην αγγλική προφορά του Σερβετάλη, να τους θυμίσω πως αριστουργήματα του σινεμά τα οποία εκθειάζουν (και δικαίως) υπήρξαν ευρωπαϊκές συμπαραγωγές, γυρισμένες ωσάν τον πύργο της Βαβέλ με τις τελικές κόπιες να προβάλλονται ντουμπλαρισμένες στη μία ή την άλλη γλώσσα ή ακόμα χειρότερα να μιλάνε όλοι μαζί Αγγλικά. Οπότε κάντε μου όλοι τη χάρη που ψάχνεστε με το Proficiency ανά χείρας.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.