to top

Είδαμε την παράσταση | Ορέστης

ορέστης

Ο Ορέστης, ειναι τραγωδία του Ευρυπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, με τους Άρη Σερβετάλη, Μαίρη Μηνά, Πάνο Βλάχο, Αιμιλιανό Σταματάκη, Γιώργο Ψυχογιό, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Ζερόμ Καλουτά.

Μετά τη δολοφονία της μητέρας του της Κλυταιμνήστρας και του εραστή της του Αίγισθου, ο Ορέστης είναι σχεδόν νεκρός. Στο πλευρό του στέκει η αδελφή του η Ηλέκτρα, αγιάτρευτη κι αυτή από τον πόνο, να περιμένει την καταδίκη τους σε θάνατο από τον λαό των Αργείων. Μοναδική της απαντοχή, η επιστροφή του θείου της του Μενέλαου από την Τροία, που ελπίζει πως θα μπορέσει να συγκρατήσει την οργή του πλήθους.

 

 

Εν αρχή ην το σκηνικό, το οποίο σε υποδέχεται γυμνό από ανθρώπους και αφώτιστο καθώς μπαίνεις στο θέατρο. Άχρωμο, σε δύο επίπεδα, μοιάζει με αρχοντόσπιτο που το χτύπησε κάποια συμφορά. Πεταμένα έπιπλα, σπασμένα ολόγυρα, μια βιβλιοθήκη επάνω δεξιά που δείχνει από καιρό αχρησιμοποίητη, ένα μεγάλο τραπέζι και φυτά, ξερά, που πλαισιώνουν τη σκηνή. Είναι υποβλητικός ο χώρος, σε κάνει να σκέφτεσαι πως ήταν κάποτε όμορφος και πολυτελής, μα κάτι τον τίναξε στον αέρα και τον άφησε ρημάδι. Και έπειτα, στο ξεκίνημα της παράστασης, κάνει την είσοδό του ο χορός, μια συντροφιά από όμορφες, καλοντυμένες κοπέλες, όλες με μαύρα φορέματα νυχτερινά, να μοιάζουν με καλεσμένες μιας δεξίωσης που διοργάνωνε το αρχοντόσπιτο αυτό την ώρα που το χτύπησε η μοίρα, κι έκτοτε έμειναν στοιχειά εκεί, να αντιλαλούν τις συμφορές του Οίκου των Ατριδών.

Με στοιχειό μοιάζει κι η Ηλέκτρα της Μαίρης Μηνά που σηκώνεται από το πάτωμα σαν νεκραναστημένη για να ξεστομίσει τις πρώτες λέξεις της, καθορίζοντας την παρουσία της στη σκηνή και στο μυαλό μας. Χλωμή, κατάκοπη, απελπισμένη, ντυμένη με ένα μισοσχισμένο φόρεμα που μοιάζει με φορεσιά τρελάδικου, θρηνεί την κάθε λέξη που ξεστομίζει ενόσω την ποτίζει με οργή, με φωνή που βγαίνει από τα σπλάχνα. Κι όταν και ο Ορέστης σηκώνεται από το χώμα σαν νεκραναστημένος, μοιάζει να τον πονά η ζωή που κυλά στις φλέβες του, με το σώμα του να συσπάται, απέθαντο ζόμπι και δημιούργημα του Φράνκενστάιν μαζί, που επιστρέφει σε μια ζωή όπου ο κάθε χτύπος της καρδιάς είναι αγωνιώδης πόνος.

Κι ύστερα, όταν συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, αντιλαμβάνεται μαζί και τις Ερινύες που τον καταδιώκουν, εντείνοντας την οδύνη. Ημίτρελος πια, κι αυτός ντυμένος με ρούχα λευκά, ψυχιατρείου, πολεμά να τα σκίσει, γίνεται ένα με το ύφασμα κυλιέται στο πάτωμα, κλαίει, φοβάται γελάει, ανασαίνει και υποφέρει, άλογο πλάσμα πια, κυνηγημένο από τη μοίρα που αυτός ο ίδιος έπλασε, υπακούοντας τα λόγια του θεού Απόλλωνα. Κι όλη αυτήν την ώρα, ο χορός από αυτές τις όμορφες, καλοντυμένες κοπέλες, κινείται πλάι τους, σαν να βρίσκονται ακόμα στη δεξίωση, απλοί και αδιάφοροι παρατηρητές ενός δράματος που δεν τους αφορά, ενώ άλλες στιγμές τινάζονται σαν να τις χτυπά ρεύμα με κάποιες λέξεις των δύο βασανισμένων παιδιών. Η τραγικότητα των γεγονότων αγγίζει στιγμιαία και τους πλέον απόμακρους παρατηρητές.

 

Ακούγεται too much όλο αυτό και μάλιστα στην αρχή μόλις του έργου, και ενδεχομένως τρομάζει. Όμως στο τέλος, βγάζει νόημα και συνταράσσει. Ο Γιάννης Κακλέας άλλωστε ουδέποτε υπήρξε βέβηλος ούτε υπεράνω του έργου που σκηνοθετεί κι ας έχει πάντοτε μια επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα και τις προσλαμβάνουσές τις, ανεξαρτήτως της περιόδου που διαδραματίζεται το έργο. Στην περίπτωσή μας, ο “Ορέστης” είναι άχρονος, με τα κουστούμια (Ηλένια Δουλαδίρη), τα σκηνικά (Ηλένια Δουλαδίρη και Γιάννης Κακλέας) και τους ρόλους να τον τοποθετούν συνεχώς σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους, σαν η ιστορία να επαναλαμβάνεται σε παράλληλα σύμπαντα, γεγονός που εν τέλει αναδεικνύει τα μάλα τη διαχρονικότητα του κειμένου. Μάλιστα, η επιλογή της μετάφρασης του Γιώργου Χειμωνά βοηθά προς αυτήν την κατεύθυνση με αυτήν την εξαιρετική, διακριτικά έμμετρη πρόζα, που επιτρέπει στις λέξεις να κυλούν ανεπιτήδευτες και τωρινές με μια αέναη αίσθηση του τότε και του πάντα.

Έτσι λοιπόν, το φαινομενικά ηλικιακό miscasting του Πάνου Βλάχου για τον ρόλο του Μενέλαου δικαιολογείται απρόσκοπτα, αφού ντυμένος καθώς είναι με κοστούμι άλλης εποχής από τους άλλους ρόλους, θα μπορούσε να είναι ο Μενέλαος των ’20s ή των ’80s, πάντοτε παρτάκιας όμως, αριβίστας, αμφίλογος πολιτικάντης και φιλάρεσκος ηγέτης που αποποιείται των όποιων ευθυνών. Η ερμηνεία του Πάνου Βλάχου, μολονότι δεν είναι αυτή που κατά παράδοση περιμένεις σε αρχαία τραγωδία, σε κερδίζει με τη γήινη δυναμική της, ενός άντρα που πασχίζει να τα έχει με όλους καλά, φροντίζοντας να μην χάσει ποτέ τη βολή του και την (ωραία) Ελένη του.

Μια ωραία Ελένη στο μεταξύ, που η γοητευτική και ευθυτενής Νικολέτα Κοτσαηλίδου αποδίδει με το μόνιμο χαμόγελο μιας σταρ του Χόλυγουντ ή μιας παρουσιάστριας πρωινάδικου. Έτσι αγέρωχη και αμείλιχτη πρέπει να ήταν η Ελένη, πουλώντας την ομορφιά της για να κατευνάζει τα πάθη, προβάλλοντας τον δήθεν πόνο της για να αρμέγει συμπόνοια και προβάλλοντας το λαμπερό της χαμόγελο και το ψηλόλιγνο κορμί της για να περνά πάντοτε το δικό της. Μου άρεσε τόσο η Νικολέτα Κοτσαηλίδου όσο και η επιλογή του Γιάννη Κακλέα να απεικονίσει την Ελένη του σαν σταρ και σελέμπριτυ μαζί μα στο βάθος γυναίκα που σέρνει το καράβι.

Όπως μου άρεσε πάρα πολύ και η δεύτερη εμφάνιση του Πάνου Βλάχου που πλέον δονείται συθέμελα από πόνο και αγωνία, καθώς το κακό χτυπά και το δικό του σπίτι. Μου άρεσε και ο Ζερόμ Καλουτά που έβαλε ψυχούλα στα λόγια του Φρύγα (ενός άλλου timeline) και αγάπη. O Αιμιλιανός Σταματάκης έκανε αισθητή την παρουσία του Πυλάδη-μαχητή της δικαιοσύνης και φίλου καρδιακού, ενώ ο Γιώργος Ψυχογιός αποτύπωσε έναν Τυνδάρεω με έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις, πονεμένο και οργισμένο μαζί, τον οποίο όμως, προσωπικά, θα ήθελα να μην φοβάται να ουρλιάξει.

 

Να επιστρέψω στη Μαίρη Μηνά που για εμένα υπήρξε η μεγάλη αποκάλυψη της παράστασης, αγγίζοντας κάθε χορδή της ψυχολογίας της Ηλέκτρας, με υποσχέσεις για μεγάλες στιγμές στην αρχαία τραγωδία, καθώς σώμα, φωνή και έκφραση συνεργάστηκαν άψογα σε μια απαιτητική στους συνδυασμούς της και επικίνδυνη να ξεφύγει σκηνοθεσία. Ο δε Άρης Σερβετάλης μάς έκανε τη χάρη να κατέβει από τον μακρινό πλανήτη όπου γεννήθηκε και ζει και να μας χαρίσει στιγμές αλλόκοτα μοναδικές, σαν πλάσμα από άλλο κόσμο. Παιδί, άντρας, τρελός, κυνηγημένος, με βλέμμα γυάλινο που δεν κοιτάζει τον κόσμο αυτόν μα το έγκλημα που διέπραξε να παίζει σε λούπα μπροστά του και μαζί τις αόρατες σε όλους Ερινύες εκείνος να τις τις θωρεί διαρκώς δίχως να μπορεί να σταματήσει να τρέχει, με κινήσεις που δεν μοιάζουν με ανθρώπινες. Τρανός πρωταγωνιστής της παράστασης είναι και η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου που ακούγεται σχεδόν ακατάπαυστα, σαν χτύπος της καρδιάς στη διαπασών, σαν μουγγός θρήνος αλλά και ρυθμός σε αυτήν την αόρατη χορογραφία που συντελείται διαρκώς επί σκηνής. Κι άλλες στιγμές, σου σκίζει την καρδιά από συγκίνηση ή κάνει το θέατρο να αντηχεί τη μανία του Ορέστη και της Ηλέκτρας που πλέον θέλουν μόνο να κάψουν το παλάτι και το παρελθόν τους ολόκληρο.

Χορογραφημένο σαν ατραγούδιστο μιούζικαλ, με την οργή του Game of Thrones στην κορύφωση πριν το φινάλε, ο “Ορέστης” του Γιάννη Κακλέα σε βουτάει από τα σπλάχνα και απαιτεί να νιώσεις την οδύνη των ηρώων του, ανεβάζοντας σταδιακά τα ντεσιμπέλ μέχρι το ξέσπασμα της τρέλας του Ορέστη που πλέον είναι έτοιμος να καταστρέψει τα πάντα, σε μια σκηνή που φέρνει ανατριχίλες, φόβο και σχεδόν κόβει την ανάσα. Με ενδιαφέρουσες αναφορές και μια αίσθηση installation art να συνοδεύει την κλασική θεατρικότητα, η παράσταση ίσως να μην επιτυγχάνει απόλυτα σε όλα της τα εγχειρήματα, δεν παύει όμως να αποτελεί μία δυναμική -κυριολεκτικά- προσέγγιση ενός διαχρονικού και δυστυχώς απόλυτα σημερινού θεατρικού έργου, με αντίληψη, σεβασμό, άποψη και ερμηνείες επιπέδου.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.