to top

Είδαμε την σειρά | Τα καλύτερά μας χρόνια

Τα καλύτερά μας χρόνια

Τα καλύτερά μας χρόνια, είναι κωμική ηθογραφία των ΕΡΤ/Tanweer, δημιουργία του Νίκου Απειρανθίτη και της Σοφίας Μπέη, σε σκηνοθεσία Όλγας Μαλέα, με τους Μελέτη Ηλία, Κατερίνα Παπουτσάκη, Υβόννη Μαλτέζου, Τζένη Θεωνά, Εριφύλη Κιτζόγλου, Δημήτρη Καπουράνη, Μανώλη Γκίνη, Ρένο Χαραλαμπίδη, Γιάννη Δρακόπουλο, Ερρίκο Λίτση και τη φωνή του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου.

Η ιστορία της οικογένειας Αντωνόπουλου, από τα τέλη των ’60s και ύστερα, και μαζί της η ιστορία της Ελλάδας, η ιστορία της Αθήνας και η ιστορία της τηλεόρασης ξετυλίγονται μέσα από τις αναμνήσεις του βενιαμίν του σπιτιού, του Άγγελου που αφηγείται και το κάθε επεισόδιο. Από τη άφιξη της τηλεοπτικής συσκευής στο σπιτικό τους, τα πάντα μοιάζουν να αλλάζουν: οι συνήθειες, οι απόψεις, οι προκαταλήψεις, οι γνώμες, η χειραφέτηση και αυτή η αέναη αναζήτηση της ελευθερίας στα σκοτεινά χρόνια της χούντας, μοιάζουν να πυροδοτούνται ξαφνικά από αυτό το χαζοκούτι του διαβόλου που παρ’ ότι ελεγχόμενο δεν έπαυε να αποτελεί ένα παράθυρο στον κόσμο.

 

 

Η ΕΡΤ κάνει διπλή έκπληξη φέτος -μαζί με την “Τούρτα της Μαμάς”- και φιλοξενεί μία από τις καλύτερες ελληνικές παραγωγές των τελευταίων χρόνων. “Τα καλύτερά μας χρόνια” σηματοδοτούν ταυτόχρονα μία ακόμα παραγωγή της εταιρείας διανομής Tanweer, που μετά την υπερ-επιτυχημένη από κάθε άποψη κινηματογραφική “Ευτυχία” μπαίνει με το δεξί και στην τηλεόραση. Μάλιστα, εμπιστεύονται την Κατερίνα Μπέη (σεναριογράφο και της “Ευτυχίας”) να γράψει μαζί με τον Νίκο Απειρανθίτη τις περιπέτειες της οικογένειας Αντωνόπουλου, που θα μπορούσε να είναι η οικογένεια όλων μας, επιλογή που αποδεικνύεται σοφή, αφού το σενάριο είναι εξαιρετικό. Και δύσκολο.

Κατ’ αρχάς είναι σημαντικό να τονίσουμε πως “Τα καλύτερά μας χρόνια” αποτελούν ελληνική διασκευή της ισπανικής σειράς “Cuéntame cómo pasó” (αποδίδεται περίπου σαν “Πες μου πώς συνέβη”), η οποία μεταδίδεται από την RTE, τη δημόσια ραδιοτηλεόραση της χώρας, εδώ και 20 σαιζόν, με συνολικά πάνω από 370 επεισόδια. Εδώ λοιπόν έγκειται και ο πρώτος βαθμός δυσκολίας του σεναρίου, καθώς πρέπει οι πρωτότυπες ιστορίες (σε όποιον βαθμό αυτές χρησιμοποιούνται) να γίνουν δικές μας, να αποκτήσουν χρώμα, άρωμα, στόμα και συναίσθημα ελληνικό, χωρίς όμως ταυτόχρονα να προδίδουν το πρωτότυπο υλικό. Ο δεύτερος και εξίσου μεγάλος βαθμός δυσκολίας είναι η έρευνα και η σπουδή που απαιτούνται για να είναι ειλικρινής η απόδοση της εποχής. Προσέξτε με: όχι ακριβής -δεν κάνουμε ντοκυμανταίρ- αλλά ειλικρινής. Πρέπει να πείθει τον θεατή ότι αυτό που βλέπει συνέβη στο παρελθόν και μάλιστα σε ένα παρελθόν σχετικά πρόσφατο που κάποιοι μέσες-άκρες το έχουμε ζήσει. Η σειρά έχει απέναντί της τους “Άγγελους” του τότε αλλά και τους “Άγγελους” του τώρα, με άλλα λόγια βλέπει το σήμερα μέσα από τις μνήμες του χθες και για αυτό οφείλει να μιλά ταυτόχρονα στο θυμικό και στη θύμηση, οφείλει να είναι σύγχρονη αλλά και ειλικρινής με την Ιστορία. Και εκεί είναι που οι δύο σεναριογράφοι τα καταφέρνουν υπέροχα, αποτυπώνοντας έναν λόγο σημερινό και με χιούμορ, βγαλμένο όμως από ένα αόριστο χθες. Δεν έχει το πλεονέκτημα να πατάει στην επίκαιρη ατάκα το σενάριο της σειράς, ούτε σε ύφος και στυλ που έχουν χαρακτηρίσει τη σύγχρονη κωμωδία. Πρέπει να έχει κάτι το απροσδιόριστα παλιό το κείμενο, αλλά όχι παλιακό. Τρίτος βαθμός δυσκολίας αυτός, ο οποίος είναι εμφανές πως ξεπερνιέται με επιτυχία ανατρέχοντας στο αόριστο χρονικά κινηματογραφικό μας χθες, με φράσεις, λέξεις και διατύπωση που θυμίζουν λίγο από τη Finos Film χωρίς να είναι, μαζί με μια αφελή αθωότητα που θα μπορούσε να πηγάζει από τη “Γειτονιά” της ΥΕΝΕΔ χωρίς όμως να έχει και την παραμικρή σχέση.

Πέραν του σεναρίου, τον ίδιο βαθμό δυσκολίας έχει να αντιμετωπίσει σε κάθε επίπεδο και η σκηνοθεσία. Έτερη λοιπόν σοφή επιλογή αυτή της Όλγας Μαλέα. Έχοντας ένα κινηματογραφικό παρελθόν που το έχει προσδιορίσει και καθορίσει η ελληνική οικογένεια αλλά μέσα από μια ευρωπαϊκή, σύγχρονη ματιά, η Όλγα Μαλέα έχει όλα τα φόντα να βουτήξει με αποφασιστικότητα στο σύμπαν της οικογένειας Αντωνόπουλου, να αποτυπώσει το ελληνικό οικογενειακό χθες και να του προσδώσει μια φρέσκια, διεθνή ματιά, χωρίς φολκλόρ, χωρίς φωνές, και χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Αγκαλιάζοντας τους ήρωές της με περίσσια αγάπη, χωρίς να κρίνει ή να προμοτάρει κανέναν, αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα του σεναρίου που έχει στα χέρια της, ποντάρει σε σκηνοθεσία συνόλου, στήνει εικόνες Finos Film αλλά τις περιβάλλει με έναν αέρα σκαμπρόζικο, φινετσάτο και ιταλιάνικο θα έλεγε κανείς. Οι μνήμες της Μαλέα δεν είναι ιστορικές, αλλά κινηματογραφικές, οπότε ποντάρει στο συναίσθημα των κινηματογραφικών μας αναμνήσεων για να αναπαραστήσει το τηλεοπτικό μας παρελθόν, αυθαιρετώντας ιδανικά, προσθέτοντας αυτή τη νύξη του ιταλιάνικου ρομάντσου που μπορεί να μην είχε το δικό μας σινεμά, όμως αντιλαλούσε στα τραγούδια της εποχής και στις ταινίες που οι θεατές στις γειτονιές έβλεπαν στα θερινά. Άρα και στη σκηνοθεσία, όπως και στο σενάριο, η σειρά δεν αποτυπώνει την εποχή αυτή καθ’ εαυτή, αλλά τις μνήμες μας από την εποχή εκείνη. Μαγκιά.

 

Και πώς αποδίδεται όλο αυτό ιδανικά στην οθόνη; Μα φυσικά από το εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών, παλιότερων και νεότερων, γνωστών και αγνώστων που κάνουν τη διαφορά. Από πού να πρωτοξεκινήσω, ειλικρινά, αφού όλοι τους είναι ένας κι ένας… Η Κατερίνα Παπουτσάκη επιδεικνύει μια πρωτόγνωρη ερμηνευτική ωριμότητα και μεταμορφώνεται σε μαμά και νοικοκυρά χωρίς να αποποιείται ποτέ τον ζουμερό, σέξυ χαρακτήρα και την κοριτσίστικη φρεσκάδα της, αποτυπώνοντας ίσως με τον καλύτερο τρόπο αυτό που έγραψα πιο πάνω περί ιταλιάνικης φινέτσας.

Ο Μελέτης Ηλίας είναι ο απόλυτος έλληνας νοικοκύρης πατέρας, χαμένος μέσα στην παραζάλη της εποχής που αλλάζει και την επανάσταση που συντελείται διακριτικά μέσα στο ίδιο του το σπίτι αλλά και στην κοινωνία, διχασμένος ανάμεσα στην κατανόηση και στο καθήκον, αλλά και ανάμεσα στις πεποιθήσεις του και στους συμβιβασμούς του ως δημόσιος υπάλληλος στα χρόνια της χούντας. Όμορφος άντρας με εκτόπισμα στην οθόνη, εδώ έχει βρει τον τρόπο να το μαζέψει όλο αυτό και να βγάλει τον ήρωά του καθημερινό, σχεδόν απαρατήρητο εμφανισιακά με τη χαρά του να την πνίγει πάντα ένα συναίσθημα αδιόρατου φόβου. Υπέροχος.

Απολαυστική και ολόσωστη και η Τζένη Θεωνά, στον ρόλο της ενοχικής και χειραφετημένης Μπάρμπι της οικογένειας, που η εξωτερική της ομορφιά και αυτοπεποίθηση κοντράρονται από την εσωτερική ανασφάλεια να εμπιστευθεί τους άντρες που την περιτριγυρίζουν αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Σαν μια πιο εξελιγμένη και ενσυναίσθητη Μαρία Ιωαννίδου στα χρόνια του Δαλιανίδη, ο ρόλος της Τζένης Θεωνά είναι αυτός που θεωρείς πως θα ξεσπάσει σε χορό και σε τραγούδι, ανέμελη, πανέμορφη αλλά με βλέμμα που το σκιάζει και μια μελαγχολία.

Απολαυστικός ο παπάς του Γιάννη Δρακόπουλου με το βλέμμα που αστραποβολάει, καταλυτικός ο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια περιπτεράς του Ερρίκου Λίτση που όμως διαβάζει σινερομάντζα και ακούει σαπουνόπερες στο ραδιόφωνο, υπέρτατη ελληνίδα γιαγιά η Υβόννη Μαλτέζου, χαμηλοβλεπούσα, αυστηρή, με το θυμιατό στο χέρι αλλά και πονηρούλα.

Ολοκληρωμένη παρουσία η νεαρή Εριφύλη Κιτζόγλου στον ρόλο της κόρης Αντωνοπούλου που ονειρεύεται μεγάλους έρωτες και ταξίδια στους αιθέρες ως αεροσυνοδός, άχαρη παιδούλα που όμως από μέσα της ανατέλλει μια ολοκληρωμένη γυναίκα. Εξαιρετική φάτσα ο Δημήτρης Καπουράνης στον ρόλο του μεγάλου αδελφού, έχει βλέμμα που κρύβει σταρ και επίγνωση του σώματος και της στάσης του στην κάμερα, αντράκι και τρυφερός συνάμα με όλους γύρω του. Και φυσικά έχουμε την αποκάλυψη του 2020 -αρχικά από τις διαφημίσεις της Cosmote TV- τον μικρούλη Μανώλη Γκίνη που είναι και ο κεντρικός πρωταγωνιστής/παρατηρητής/αφηγητής της σειράς. Τι ταλαντούχο παιδί, πόσο υπάκουο στη σκηνοθεσία και πόσο ωριμάζει από επεισόδιο σε επεισόδιο, αφού αφήνει πίσω του το νάζι και την παιδική αφέλεια έναντι μεστότητας στην ερμηνεία και στην αποτύπωση του Άγγελου που κι αυτός μεγαλώνει επεισόδιο το επεισόδιο. Αποκάλυψη ο μικρούλης, όπως απολαυστικά είναι και τα άλλα δύο πιτσιρίκια που παίζουν τους κολλητούς του.

 

Ειδική μνεία οφείλουμε στην καλλιτεχνική διεύθυνση της σειράς, με κοστούμια, κομμώσεις, μακιγιάζ και αντικείμενα να μοιάζουν πιστά και πιστευτά. Φροντισμένη η φωτογραφία με παλέτα χρωμάτων που παραπέμπει στην εποχή, εξαίρετο και το ρεπεράζ στους χώρους μιας πόλης που έχει αποποιηθεί τόσο βίαια το παρελθόν της που δεν είναι καθόλου φιλική σε γυρίσματα έργων εποχής.

Κλείνοντας, και για να επανέλθω στο θέμα της ειλικρινούς απεικόνισης της εποχής, όλο αυτό το ταξίδι του χθες μέσα από το σήμερα, δεν θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα από το τραγούδι των τίτλων που ο Γιάννης Χριστουδουλόπουλος συνέθεσε ειδικά για τη σειρά αλλά που εάν δεν το γνωρίζεις είσαι σίγουρος πως το χόρευαν όλοι στα ’60s από 45άρι δισκάκι της PanVox.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.