to top

Είδαμε την παράσταση | The Humans

Είδαμε την παράσταση | The Humans

“The Humans” του Στήβεν Κάραμ, μετάφραση-σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, πρωταγωνιστούν: Θέμις Μπαζάκα, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Ξένια Καλογεροπούλου, Ειρήνη Μακρή, Μαρία Πετεβή, Κωνσταντίνος Ασπιώτης.

Ανήμερα των Ευχαριστιών, σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, σπιτικό της Μπρίτζετ και του Ρίτσαρντ που μόλις τώρα μετακόμισαν εκεί ξεκινώντας να ζουν μαζί, καταφθάνει η οικογένειά της για το γιορτινό τραπέζι. Οι γονείς της, η αδελφή της και η γιαγιά της εισβάλλουν από τη μικρή, αδιάφορη πόλη τους στη πολύβουη και τρομακτική Νέα Υόρκη προβάλλοντας τα άγχη τους στο μικρό και σκοτεινό διαμέρισμα της Τσάινατάουν.

Με τα πράγματα του ζευγαριού ακόμα στη μεταφορική, τα σερβίτσια χάρτινα και το σπίτι σχεδόν άδειο ακόμα, η γιορτινή αυτή μάζωξη γνωριμίας και καλωσορίσματος πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε τόπο σύγκρουσης του παλιού με το νέο, του φόβου με την ελπίδα και της αγάπης με τα ψέματα.

 

 

To “The Humans” (Οι Άνθρωποι) στο θέατρο Μουσούρη είναι από αυτές τις σπάνιες αλλά υπέροχες περιπτώσεις όπου η παράσταση είναι σκάλες ανώτερη του κειμένου. Προς Θεού, δεν υπαινίσσομαι τίποτα το αρνητικό για το βραβευμένο με Tony θεατρικό του Στήβεν Κάραμ. Απλά, ας πούμε πως σε αντίθεση με άλλα έργα που φαντάζουν σπουδαία και στο χαρτί όταν απλά τα διαβάζεις, το κείμενο του αμερικανού συγγραφέα, παρ’ ότι δυνατό σε ρεαλισμό και συγκινήσεις, ούτε έρχεται να σε συναρπάσει με τις ανατροπές του, ούτε ποντάρει σε κλασικότροπους, τρανούς και περίτεχνους μονολόγους.

Γραμμένο με απλή, καθημερινή γλώσσα και με πλεονάζοντα ρεαλισμό, το The Humans παρακολουθεί απλά τις στιγμές αυτής της οικογένειας στη γιορτινή τους μάζωξη, φανερώνοντας φυσικά αλήθειες κατά τη διάρκεια, χωρίς όμως το θέμα του να είναι η όποια συναρπαστική αποκάλυψη. Με την έλευση των επισκεπτών ξεκινά, με την αποχώρησή τους ολοκληρώνεται, με όλα όσα μαθαίνουμε για αυτούς να έχουν ήδη συμβεί ή να τους είναι ενδόμυχα γνωστά.

Δεν είναι η αποκάλυψη των μυστικών το θέμα μας, αλλά η διαχείρισή τους. Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά κανείς στο ψέμα, στη χειραγώγηση, στην εγκατάλειψη ή στην απώλεια φαίνεται να ενδιαφέρει περισσότερο τον συγγραφέα παρά το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό. Και κάπως έτσι, εύκολα θα μπορούσε να πει κανείς πως έχουμε απέναντί μας ένα ακόμα, καλογραμμένο φυσικά, οικογενειακό ψυχόδραμα γύρω από το γιορτινό τραπέζι.

Υπάρχουν όμως και κάποιες παράμετροι-παγίδες στο έργο, με κυρίαρχη την εντοπιότητα. Κρίσιμος πρωταγωνιστής, πέραν των ηθοποιών, είναι η ίδια η Νέα Υόρκη, με τη βρώμα, το άγχος, τη φασαρία και τις τραγικές, πρόσφατες μνήμες της. Εάν αφαιρέσει κανείς την πόλη από το έργο, τότε πολύ απλά έργο δεν υπάρχει. Εξίσου σημαντική είναι και πολιτιστική και θρησκευτική καταγωγή της οικογένειας, που Ιρλανδοί Καθολικοί καθώς είναι δεσμεύονται σε τρόπο, έκφραση και συμπεριφορά που με τη σειρά τους προκαλούν τις όποιες τριβές.

Και εκεί είναι που βγάζεις το καπέλο στον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη.

 

Για να γυρίσουμε λοιπόν στο συγκεκριμένο (για πρώτη φορά στην Ελλάδα) ανέβασμα του “The Humans”, θα ξεκινήσουμε από την εξαιρετική δουλειά που ο ίδιος έχει κάνει στη μετάφραση και στη σκηνοθεσία. Όλα αυτά που ανέφερα νωρίτερα περί εντοπιότητας και πολιτιστικής καταγωγής έχουν μεταφερθεί με άριστο τρόπο στα Ελληνικά, επιλέγοντας λέξεις, έκφραση και τονισμό ιδανικό για κάθε πρωταγωνιστή και κάθε περίσταση.

Με πολύ απλά λόγια, πιστεύεις (και πολύ περισσότερο νιώθεις) πως έχεις να κάνεις με οικογένεια Ιρλανδών Καθολικών από μια φτωχική πόλη δυο ώρες έξω από τη Νέα Υόρκη, ενώ την ίδια στιγμή το εντυπωσιακό σε μέγεθος και λεπτομέρεια σκηνικό (Αθανασία Σμαραγδή), οι φωτισμοί (Σίμος Σαρκετζής) και ο ήχος (Κώστας Μπόκος) σε ταξιδεύουν σε αυτό το σκοτεινό διαμέρισμα της Τσάινατάουν.

Ως προς τα σκηνικά δε (και φυσικά ως προς τη σκηνοθετική τους αντίληψη) του The Humans, δεν μπορείς να μην προσέξεις την κάθετη διατομή σε όλες τις επιφάνειες που ταυτίζεται με αυτήν που ένας αόρατος χειρουργός χαράσσει στις ψυχές των ηρώων του δράματος.

 

Και σε όλα αυτά τα υπέροχα, έρχεται ένας εξαιρετικά επιλεγμένος και καθοδηγημένος θίασος να εμφυσήσει ζωή, ουσία και ταυτότητα στους χαρακτήρες. Απλά υπέροχος ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος στον ρόλο του πατέρα, κουβαλάει στη φωνή και στον βηματισμό του χρόνια κούρασης, φόβου, καταπίεσης και μυστικών που τον εξάντλησαν όσο προσπαθούσε να διαφυλάξει το φαίνεσθαι και τα προσχήματα.

Είναι τόσο φυσικός ο τονισμός και η μουσικότητα στη φωνή του, τόσο συναρπαστικός στη διάδρασή του με τον χώρο και τους ανθρώπους, τόσο μεστός σε ψυχική πάλη κατά τη συνομιλία του με τον γαμπρό του (τον οποίο υποδύεται ένας αξιοζήλευτος σε ρεαλιστική απλότητα και εσωτερική καύση Κωνσταντίνος Ασπιώτης) που πραγματικά δεν τον χορταίνεις, ενόσω μάλιστα αποφεύγει όσο μπορεί το βλέμμα της γυναίκας του. Κι αυτό επειδή το βλέμμα επέλεξε να προτάξει ως όπλο στον ρόλο της η Θέμις Μπαζάκα, με αυτή την άνεση που ελάχιστοι κατέχουν ερμηνευτικά, έτσι όπως κοιτάζει (πρωτίστως) τον άντρα της και την κόρη της που θεωρεί πως έχει τρελαθεί για να πάει να ζήσει σε αυτό το αχούρι.

Με το βλέμμα είναι που “κόβει” τον γαμπρό της από πάνω έως κάτω, με το βλέμμα κατορθώνει να σκοτεινιάζει την ίδια της την ύπαρξη -κι ας γελάνε το πρόσωπο και η φωνή- με το βλέμμα παντρεύει σε μία και μόνο φευγαλέα έκφραση την κούραση, το σιχτίρι αλλά και την αγάπη της, κάθε φορά που καλείται να εξυπηρετήσει τη βουβή και ανήμπορη από την άνοια πεθερά της.

Μια πεθερά που μπορεί να μην λέει ουσιαστικά τίποτα, αλλά που χάρη στη μοναδική Ξένια Καλογεροπούλου αναδεικνύεται σε ρόλο σπουδαίο και παντοδύναμο που τραβά το βλέμμα ακόμα και τις στιγμές που κοιμάται. Πόσο μα πόσο μαγική ηθοποιός είναι. Άριστες επιλογές αποδεικνύονται εξίσου η Ειρήνη Μακρή και η Μαρία Πετεβή, οι οποίες ερμηνεύουν με νεύρο και ενσυναίσθηση τις δύο αδελφές, εκ διαμέτρου αντίθετες σε στάση και συμπεριφορά μα εμφανώς και ουσιωδώς συγγενείς εξ αίματος.

 

• Μουσούρη – Πλατεία Καρύτση, Κέντρο
Παραστάσεις: Τετάρτη έως Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 18:00 & 21:00, Κυριακή στις 19:00

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

Invalid username, no pictures, or instagram servers not found
Invalid username, no pictures, or instagram servers not found