to top

Είδαμε την παράσταση | Άνθρωποι και ποντίκια

Είδαμε την παράσταση | Άνθρωποι και ποντίκια

“Άνθρωποι και ποντίκια”, από το μυθιστόρημα του Τζων Στάινμπεκ, Μετάφραση-Ελεύθερη απόδοση: Σοφία Αδαμίδου, Δραματουργική επεξεργασία-Σκηνοθεσία: Βασίλης Μπισμπίκης, πρωταγωνιστούν: Βασίλης Μπισμπίκης, Δημήτρης Δρόσος,Έρρικα Μπίγιου, Στέλιος Τυριακίδης, Μάνος Καζαμίας, Γιώργος Σιδέρης, Γιανμάζ Ερντάλ, Λευτέρης Αγουρίδας, Αγγέλα Πατσέλη, Μάρα Ζαλόνη, Ερατώ Αγγουράκη.

Ο Βασίλης και ο Λένος, απόκληροι και κυνηγημένοι από το προηγούμενο πόστο τους, μένουν προσωρινά σε κάτι χαλάσματα έως ότου πιάσουν δουλειά σε ένα εργοστάσιο, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Ολομόναχοι και οι δύο, έχουν ακουμπήσει ο ένας στον άλλον, με τον εκρηκτικό Βασίλη να προστατεύει τον ιδιόμορφο Λένο σαν αδελφός. Ανίκανος να ελέγξει την παρόρμησή του να αγγίζει και να χαϊδεύει απαλά πράγματα, ο Λένος πιάνει ποντίκια που τα σκοτώνει άθελά του, ενώ στην προηγούμενη δουλειά είχε κατηγορηθεί από παρεξήγηση για απόπειρα βιασμού μιας κοπέλας.

Στο νέο τους ξεκίνημα, σε αυτό το παρακμιακό εργοστάσιο που μοιάζει με αποθήκη ψυχών και τελειωμένων ανθρώπων, ο Βασίλης τον συμβουλεύει να μιλάει και να κυκλοφορεί μόνος του όσο το δυνατόν λιγότερο, έως ότου μαζέψουν τα χρήματα που θέλουν για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους: ένα μικρό σπίτι στο βουνό και ένα αγρόκτημα με λαχανικά και κουνέλια όπου θα ζήσουν γαλήνιοι και προ πάντων μακριά από τον κόσμο.

 

 

Το απόλυτο sold out των τελευταίων χρόνων, η παράσταση για την οποία μιλούν όλοι, ακόμη κι αν δεν την έχουν δει και η οποία έχει παραμείνει επί σειρά ετών στις λίστες με τα “πρέπει να δεις”, έχοντας αντισταθεί σε πανδημίες, lockdown και μετακομίσεις, αποτελεί βιωματική εμπειρία και ταυτόχρονα σπουδή επί της διασκευής και του επαναπροσδιορισμού του θεάτρου σε ένα αβέβαιο σήμερα. Απαιτεί μεγάλο θράσος και ακόμα μεγαλύτερα κότσια να επανατοποθετήσεις χρονικά και χωρικά ένα κλασικό έργο διατηρώντας ταυτόχρονα την ψυχή, το ύφος και το θέμα του. Το θράσος όμως δεν φτάνει (εξ αιτίας αυτού του θράσους, άλλωστε, έχουμε δει τέρατα επί σειρά δεκαετιών) εάν δεν συμπλέει με μια ευρύτερη και ολοκληρωμένη αντίληψη, ένα ανήσυχο, συνδυαστικό πνεύμα και φυσικά το ταλέντο -αυτό το έμφυτο, το πρωτογενές και το πηγαίο.

Και είναι ακριβώς αυτό το ενστικτώδες ταλέντο του Βασίλη Μπισμπίκη που μεταμορφώνει το “Άνθρωποι και ποντίκια” από ένα εμβληματικό μυθιστόρημα για τις κατεστραμμένες αγροτικές ΗΠΑ των χρόνων του ’30 σε ένα πλήρως ελληνικό θεατρικό έργο, που μιλά για το σήμερα της μισοπαρατημένης βιομηχανικής ζώνης της Αθήνας, κάπου εκεί στις όχθες του Κηφισού. Τα πάντα βγάζουν νόημα, η ιστορία έχει τον τόπο, τον χρόνο και τους ανθρώπους της και η κεντρική ιδέα παραμένει αναλλοίωτη, σπαρακτικά διαχρονική και ακραιφνώς σημαντική.

 

Σε έναν τεράστιο (και εναλλασσόμενο) σκηνικό χώρο που πάλλεται από τη λεπτομέρεια του ρεαλισμού και που όλος μαζί μεταμορφώνεται σε φυσικό τόπο δράσης ή και σε πανάκριβο πλατώ μεγάλης κινηματογραφικής ταινίας, ένα μάτσο άνθρωποι στιγματίζουν τη ζωή τη δική τους και τη δική μας, συνένοχοι και σύντροφοι σε μια θεατρική στιγμή μεγάλη και απαράμιλλη. Ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει γειώσει το έργο σε ένα αδίστακτο παρόν που προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει, χρησιμοποιώντας έναν λόγο αψύ, κόντρα σε κάθε ψήγμα πολιτικής ορθότητας, εικόνες βίαιες που κάνουν το σώμα και την ψυχή να πάλλονται με δέος, βυθισμένες σε ένα λούμπεν σύμπαν που όμως αγκαλιάζει με αγάπη και κατανόηση.

Ο κάθε χαρακτήρας, από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές μέχρι τις πόρνες που έρχονται φευγαλέα για διασκέδαση στο γραφείο του εργοστασίου, έχει το στίγμα της δικής του ξεχωριστής ύπαρξης και μια συνέχεια στις πράξεις και στις αντιδράσεις του, ενώ δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις την ευφυΐα του δημιουργού στον τρόπο που προσαρμόζει το χθες του Στάινμπεκ στο σήμερα το δικό μας.

Κρατώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Βασίλη, ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει το χάρισμα ενός αξιοζήλευτου σκηνικού εκτοπίσματος και υψηλού ερμηνευτικού κύρους, καθώς νιώθεις την ανάγκη να το βουλώσεις και να μην ακούγεται ούτε η ανάσα σου, από τη στιγμή που εμφανίζεται στη σκηνή, προτού καν ξεκινήσει η παράσταση. Με ένα εξαιρετικό πάντρεμα αγριάδας και τρυφερότητας, αδελφική φιγούρα και μαζί δεσμοφύλακας, τραυματισμένο αγρίμι που γλύφει τις πληγές του αλλά και αδίστακτος όταν η περίσταση το απαιτεί, ο Βασίλης του Βασίλη είναι άντρας σκληρός αλλά και μικρό παιδί που θέλει να χαθεί στον κόσμο του, πανέτοιμος να διαχειριστεί το χιούμορ και τη γελοιότητα, ειδικά στη σκηνή που έχουν μαστουρώσει με τον Μάνο του Μάνου Καζαμία όπου ξαφνικά βλέπεις μπροστά σου έναν άλλον άνθρωπο.

Κι αφού μιλάμε για τον Μάνο Καζαμία, που υποδύεται τον προϊστάμενο του εργοστασίου, τι άλλο μπορώ να πω πέρα από αυτήν την αξιοθαύμαστη ορμή αυτού του ανθρώπου που συμπαρασύρει τα πάντα κάθε φορά που πατάει το πόδι του στη σκηνή, με ένα νεύρο ασύλληπτο κι ένα εσωτερικό πάθος ακάματο για έκφραση (μεταξύ μας, μετά από τρεις “Μάνους” την εβδομάδα στο “Άνθρωποι και ποντίκια” και τρεις “Μαρίνες” στα “Κόκκινα φανάρια”, εύκολα εμπίπτει στην κατηγορία βαρέων και ανθυγιεινών).

Ξεπεσμένη femme fatale η Έρρικα Μπίγιου, η μοιραία, κατεστραμμένη, πανικόβλητη, χυδαία και μοναχικά τρυφερή Μαίρη είναι το απόλυτο θηλυκό και θύμα της ιστορίας, με ψυχή λερωμένη κόντρα στο άψογο παρουσιαστικό της, αποζητώντας αποδοχή, έτοιμη όμως να ορμήσει. Ο Στέλιος Τυριακίδης στον ρόλο του Στέλιου, του επιστάτη του εργοστασίου και γκόμενου της Μαίρης, όχι μόνο υποδύεται άψογα το τοξικό αρσενικό και το κωλόπαιδο της διπλανής πόρτας που φτιάχνεται με την εξουσία που του έχει δοθεί, αλλά εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο αν φέρει κανείς στο μυαλό του τη Μυρσίνη, όπως την παίζει στα “Κόκκινα φανάρια”, στην αντίπερα όχθη του ερμηνευτικού φάσματος. Πολύ ταλαντούχο παιδί.

Σπαρακτικός ο Γιώργος του Γιώργου Σιδέρη, που υποδύεται αυτόν τον ταλαιπωρημένο, γερασμένο μονόχειρα με σπουδή και εσωτερικό παλμό, με μια ερμηνεία που μοιάζει με βουβό κλάμα. Βιωματικός ο κούρδος μετανάστης εργάτης του Γιανμάζ Ερντάλ, καθώς ελίσσεται με πόνο μέσα στο δράμα, κλεισμένος στο απομονωμένο δωματιάκι του, ενώ ο Λευτέρης Αγουρίδας ενδύεται στην εντέλεια τον ρόλο του ρατσιστή εργάτη, προσδίδοντάς του την οργή ενός λυσσασμένου ντόμπερμαν, προκαλώντας φόβο καθώς ξεχύνεται φωνητικά και σωματικά σαν χείμαρρος.

Και φυσικά, είναι ο Δημήτρης Δρόσος, ο Λένος που αγαπάει να χαϊδεύει απαλά πράγματα, ο “αδελφός” του Βασίλη και καταλύτης της ιστορίας, για τον οποίο δεν μπορείς να πεις πολλά, επειδή πολύ απλά δεν υπάρχουν τα λόγια εκείνα που θα σου έδιναν τη δυνατότητα να περιγράψεις όλα όσα επιτυγχάνει επάνω στη σκηνή. Ας πούμε απλά πως έχοντας μετρήσει κάθε συλλαβή, κάθε ανάσα, κάθε σύσπαση του προσώπου, κάθε βήμα και κάθε τίναγμα των χεριών του, μεταμορφώνει τον Λένο σε έναν χαρακτήρα που δεν μπορείς να ξεχάσεις ποτέ όσο ζεις, ενόσω ο ίδιος αλλά και εμείς που τον παρακολουθούμε βιώνουμε μια επίπονη διαδικασία που αφήνει τα σημάδια της και μετά το τέλος της παράστασης.

 

• Cartel Τεχνοχώρος- Λεγάκη 7, Άγιος Ιωάννης Ρέντης
Παραστάσεις: Τετάρτη, Πέμπτη & Παρασκευή στις 21:00

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

Invalid username, no pictures, or instagram servers not found
Invalid username, no pictures, or instagram servers not found