to top

Είδαμε την παράσταση | Ο ποπολάρος

Είδαμε την παράσταση | Ο ποπολάρος

Ο ποπολάρος,ειναι το διήγημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου που διασκευάζεται για το θέατρο από την Έλσα Ανδριανού σε σκηνοθεσία Θοδωρή Αμπατζή, με τους Γιάννη Καράμπαμπα, Ιφιγένεια Καραμήτρου, Παντελή Δεντάκη, Μαρία Παρασύρη, Νίκο Αλεξίου.

Η Ομάδα Θεάτρου ΟΠΕRΑ καταλαμβάνει τη σκηνή της Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης και τη μετατρέπει σε ένα βαθύ, γαλάζιο τοπίο, σαν τη θάλασσα που γέννησε τον έρωτα του Ζέππου και της Έλντας εκείνο το καλοκαίρι, και σαν αυτήν που στο τέλος ο ίδιος παραδόθηκε για να σιωπήσει τον πόνο και τις τύψεις του. Κι αν νομίζετε πως σας αποκαλύπτω το φινάλε, μην ανησυχείτε. Ο ίδιος ο Ζέππος, που θα σας περιμένει υπομονετικά επάνω στη σκηνή μέχρι να καθίσετε στη θέση σας και να χτυπήσει το τρίτο κουδούνι, ανακοινώνει τη μαύρη είδηση του χαμού του και το πένθος που πλήττει το σπιτικό των Πεμπονάρηδων στη Ζάκυνθο, με το ξεκίνημα της παράστασης, δίνοντας έτσι ξεκάθαρα και το στίγμα της. Ξεχάστε τον ανάλαφρο, ρομαντικό, θεατρικό Ξενόπουλο των happy end και αφεθείτε σε έναν λόγο τραγικό, αληθινό, πολιτικό και σύγχρονο κι ας αφορά η ιστορία τα τέλη του 19ου αιώνα.

 

 

Αφήνοντας στην άκρη το ομότιτλο θεατρικό, η παράσταση στηρίζεται στο διήγημα του συγγραφέα που πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Εστία, με τον τίτλο “Ο αντάρτης”, από όπου εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς και το βασικό του θέμα. Σε αυτήν εδώ την αρχική εκδοχή της ιστορίας, ο έρωτας του Ζέππου και της χειριστικής Έλντας, κόρης του κόντε Ντιμάρα και στα κρυφά εραστή της θείας του, της Μαρινέραινας, λειτουργεί απλά ως η αφορμή για να ξεσπάσει το πραγματικό θέμα του έργου: η περιφρόνηση και η οργή που αυτή ξυπνά. Ποπολάρος ο Ζέππος, φοιτητής της Νομικής εκείνο το καλοκαίρι, από ποπολάρο πατέρα, έμπορο και με θείο γιατρό, επίσης ποπολάρο, τον Μαρινέρη, σύζυγο της Μαρινέραινας που ήταν στα κρυφά ερωμένη του Κόντε.

Άνθρωποι χωρίς τίτλους και οφίτσια, μα με χρήμα και σπουδές, οι ποπολάροι δεν μπήκαν ποτέ ουσιαστικά στα σπίτια των ευγενών, παρά μόνο ως διασκεδαστές, εραστές και ερωμένοι, σκυλάκια με τα οποία οι κόντηδες και οι κόμισσες περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους. Μπορεί να μην τους ήταν αόρατοι όπως η εργατιά για παράδειγμα, όμως ποτέ τους δεν έγιναν και αποδεκτοί ως ίσοι.

 

Αυτήν την εύθραυστη ισορροπία της σχέσης αυτών των πέντε ανθρώπων μοιάζει να αντικατοπτρίζει και το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου (που υπογράφει και τα κοστούμια), με τα αμέτρητα γυάλινα, διάφανα μπουκάλια τριγύρω στη σκηνή, είτε κενά είτε γεμάτα λουλούδια, να αντιστέκονται στη βία των λέξεων και στα ξεσπάσματα των ηρώων, που πάνω τους ξεπλένουν την οργή τους. Ένας κόσμος εύθραυστος, έτοιμος να θυσιάσει την ομορφιά του στην αδικία και τον θυμό, κυκλώνοντας πέντε καρέκλες και μια σκάλα, που με τη σειρά τους γίνονται σπίτι, αυλή, μέγαρο, κήπος, ανάπαυλα, κρεβάτι έρωτα και γκρεμός, ομολογουμένως και με τη συμμετοχή των εξαίσια ατμοσφαιρικών φωτισμών του Αλέκου Αναστασίου. Και είναι εν μέσω αυτού του αφαιρετικού μα συνάμα πολύ συγκεκριμένου τοπίου που ο Θοδωρής Αμπατζής προσεγγίζει το κείμενο μια μια σκηνοθετική ματιά που θα τη ζήλευε κι ο ίδιος ο Τιμ Μπάρτον.

Ακροβατώντας ανάμεσα στο ρομαντικό παραμύθι και τον ωμό ρεαλισμό, παίζοντας με τις μελωδίες (σε σύνθεση δική του) και τους ήχους (είναι τόσο όμορφη και κατευναστική η σκηνή με τα τζιτζίκια), σε παρασύρει εξ αρχής σε αυτό το τόσο γνώριμο ρομαντικό γαϊτανάκι που σηματοδοτεί το έργο του Ξενόπουλου στο υποσυνείδητό μας, για να το μεταμορφώσει σταδιακά σε κάθοδο στον Άδη της οργής, με τον Ζέππο να μεταμορφώνεται από ρομαντικό ονειροπόλο σε άγγελο εκδίκησης και την Έλντα από γλυκομίλητη δεσποσύνη σε αμείλικτη εγωίστρια.

Με αρωγούς την κυρίαρχη παρουσία του Γιάννη Καράμπαμπα στον ρόλο του Ζέππου και τη σταδιακή μεταμόρφωση της Έλντας όπως την αποδίδει η και καλά ανέμελη αλλά εν τέλει αποφασισμένη για όλα Ιφιγένεια Καραμήτρου, ο Θοδωρής Αμπατζής στήνει μια παράσταση χορογραφημένη στο τέμπο του κειμένου και του συναισθήματος, που από γαλήνια, γαλάζια αγκαλιά φουρτουνιάζει σταδιακά όπως το μπλε της σκηνής, για φτάσει στο σκοτάδι του τέλους που τα καταπίνει όλα. Θα αδικούσα τον Παντελή Δεντάκη εάν δεν ανέφερα εκείνη την εξαιρετική σκηνή του Μαρινέρη με τον ανιψιό του τον Ζέππο, όταν από ευγενικός και πάντοτε καλοπροαίρετος, αποκαλύπτει το βάθος του πόνου του και της οργής του, μιλώντας ξεκάθαρα για την αλήθεια.

Παράσταση συνόλου φυσικά ως είναι, ο “Ποπολάρος” οφείλει τη μαγεία του και στη Μαρινέραινα της Μαρίας Παρασύρη που αλλά λέει με τα χείλη και άλλα με το βλέμμα αλλά και στον Κόντε Ντιμάρα του Νίκου Αλεξίου, χάρη στον στόμφο και την απειλητική του πρόθεση κάτω από τα ευγενικά χαμόγελα.

 

• Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν -Φρυνίχου – Φρυνίχου 14, Πλάκα

Παραστάσεις: Πέμπτη έως Σάββατο στις 21:15, Κυριακή και Τετάρτη στις 20:00

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

A
A
 Photos
A
 Followers
A
 Following