to top

Βασίλης Αυλωνίτης – Ο γίγαντας της κωμωδίας

Βασίλης Αυλωνίτης

O Βασίλης Αυλωνίτης ήταν από τους ηθοποιούς που στήριξαν την επιθεώρηση και τον κινηματογράφο. Εμβληματική φυσιογνωμία του ελληνικού κινηματογράφου στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, πληθωρικός στις αντιδράσεις του, φιγούρα στέρεη και χαρακτηριστική.

Οι κινηματογραφικοί ρόλοι ήταν μόνο η εμπορική πλευρά της σαρωτικής επιτυχίας του «γεννημένου κωμικού», που σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έχτισε το δικό του μύθο στην αθηναϊκή επιθεώρηση. Ο Βασίλης Αυλωνίτης δεν φοίτησε ποτέ σε θεατρική σχολή και εξάπλωσε τη φήμη του ως ένας γίγαντας της κωμωδίας, με τη μοναδική ικανότητα να αυτοσχεδιάζει επί σκηνής, προκαλώντας το γέλιο ακόμα και με ατάκες που δεν ήταν γραμμένες στο σενάριο.

 

 

Ο Βασίλης Αυλωνίτης γεννήθηκε στο Θησείο την πρωτοχρονιά του 1904. Όταν βρισκόταν σε πολύ μικρή ακόμη ηλικία, ο πατέρας του εγκατέλειψε εκείνον, τον μεγαλύτερο αδελφό του, Αντώνη και την μητέρα τους, Κωνσταντίνα και παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.

Αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο και να δουλέψει από πολύ μικρή ηλικία, όπως και ο αδελφός του, καθώς έπρεπε να βοηθήσει την μητέρα του με τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Ασχολήθηκε με μια πληθώρα χειρωνακτικών εργασιών που ουδεμία σχέση δεν είχαν με το θέατρο, αλλά και την υποκριτική γενικότερα.

Πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία 20 ετών (1924) στην οπερέτα «Το κορίτσι της γειτονιάς» και αμέσως κέρδισε το χειροκρότημα του κοινού. Στην αρχή τα ’χασε, αμέσως όμως και με το πρώτο γέλιο της πλάκας συνήλθε κι άρχισε να χορεύει, κουνώντας τα χέρια και τα πόδια του κωμικά, κάνοντας διάφορες γκριμάτσες. Ο κόσμος τρελάθηκε στο γέλιο και το χειροκρότημα που για πρώτη φορά εισέπραξε ήταν ενθουσιώδες. Εκείνο το βράδυ, στο θέατρο «Έντεν» του Θησείου, γεννήθηκε ένας μεγάλος κωμικός.

Tο 1928 συγκρότησε δικό του θίασο και ασχολήθηκε με την επιθεώρηση. Το καλοκαίρι του 1960 συνεργάστηκε με τους Νίκο Ρίζο, Γιάννη Γκιωνάκη, Τάκη Μηλιάδη και Ρένα Βλαχοπούλου, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», στο έργο του Γ. Γιαννακόπουλου «Κάθε καρυδιάς καρύδι». Την επόμενη χρονιά δημιουργήθηκε η θιασαρχική τριάδα «Βασίλης Αυλωνίτης – Γεωργία Βασιλειάδου – Νίκος Ρίζος», που διατηρήθηκε, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία, έως το 1965, παρουσιάζοντας διάφορες κωμωδίες, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη Γερμανία για τους μετανάστες.

 

Το βράδυ της 22ας Αυγούστου του ’31 στο «Περοκέ» επικρατεί ξανά το αδιαχώρητο. Όλα μοιάζουν να κυλούν όπως σε κάθε άλλη παράσταση, αλλά την στιγμή που βγαίνει ο Αυλωνίτης και οι συνεργάτες του στην σκηνή για το σκετς που αφορά τους υπουργούς, τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία. Τέσσερις άντρες που κάθονταν στις μπροστινές θέσεις εφορμούν στους ηθοποιούς.

Ο ένας από αυτούς κρατά πιστόλι, πράγμα που μαρτυρά τις φονικές προθέσεις του. Στόχος της επίθεσης είναι ο Αυλωνίτης, που στη θέα του όπλου κάνει βήματα προς τα πίσω στην προσπάθειά του να σωθεί. Από ένα καπρίτσιο της τύχης, σκοντάφτει ακριβώς την ώρα που ο υποψήφιος δολοφόνος του πυροβολεί.

Από την εγκληματική ενέργεια τραυματίστηκαν θεατές, ενώ σκοτώθηκε και τεχνικός του θεάτρου, με τον Αυλωνίτη μάλιστα να μην μπορεί να ξεχάσει το περιστατικό σε όλη του τη ζωή. Όπως διηγιόταν ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Αυλωνίτης είχε έκτοτε τύψεις στη συνείδησή του καθώς άθελά του έγινε αιτία να σκοτωθεί ένας άνθρωπος.

 

 

Μολονότι όμως κορυφαίος στο είδος του, ο Αυλωνίτης δεν έκανε ποτέ περιουσία. Και για αυτό ευθύνεται ένα πάθος που έως και σήμερα είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό. Όσο αγαπούσε το θέατρο ο Αυλωνίτης, άλλο τόσο αγαπούσε τον τζόγο και συγκεκριμένα τα… άλογα.

Σε δημοσίευμα του «Βήματος» το 1963, περιγράφεται ως ένας από τους πιο τακτικούς θαμώνες του Ιπποδρόμου Φαλήρου. Ο εθισμός του ήταν τέτοιος, που η αγαπημένη φίλη και συμπρωταγωνίστρια στις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες του, Γεωργία Βασιλειάδου, τον έπεισε κάποια στιγμή να της δίνει τα χρήματά του για να τα φυλάσσει, προκειμένου να μην τα ξοδεύει.

Έπασχε από από χρόνια βρογχίτιδα και τον Φεβρουάριο του 1970 χρειάστηκε να νοσηλευθεί στο νοσοκοµείο, ύστερα από μία κρίση. Η κατάστασή του όμως επιδεινώθηκε, εξελίχθηκε σε πνευµονικό οίδηµα και βρογχοπνευµονία. «Έφυγε» αιφνίδια, στις 10 Μαρτίου του ’70, σε ηλικία μόλις 66 ετών.

 

Λεωνίδας Βασιλόπουλος

Λεωνίδας Βασιλόπουλος

Λατρεύω αυτή την πόλη, όταν πολλοί την μισούν. Η Αθήνα είναι όμορφη, ιδιαίτερη, απλά πρέπει να σηκώσεις το βλέμμα για να την δεις, πρέπει να την περπατήσεις, να την ψάξεις, τότε μόνο θα την ανακαλύψεις. πάμε παρέα….