to top

Είδαμε την παράσταση / Ιφιγένεια η εν Ταύροις

Η Ιφιγένεια η εν Ταύροις, είναι τραγωδία του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, με τους Λένα Παπαληγούρα, Μιχάλη Σαράντη, Νίκο Ψαρρά, Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Προμηθέα Αλειφερόπουλο, Κίττυ Παϊτατζόγλου, Χάρι Αλεξίου.

Η Ιφιγένεια, ζωντανή στη χώρα των Ταύρων, κι ας νομίζουν όλοι στο Άργος πως θανατώθηκε στη θυσία, είναι η ιέρεια υπεύθυνη για τον ναό της Αρτέμιδος. Όταν δυο ναυαγοί από τα ξένα συλλαμβάνονται και οδηγούνται μπροστά της ως ιδανική θυσία στη Θεά, δεν γνωρίζει πως πρόκειται για τον Ορέστη τον αδελφό της, που έφτασε εκεί μαζί με τον φίλο του τον Πυλάδη, για να κλέψει το άγαλμα από το ιερό κατά πως τον διέταξε ο Απόλλωνας.

 

 

 

Προτού γράψω το παραμικρό για την παράσταση αυτή καθ’ εαυτή, θέλω να μου επιτρέψετε να βγάλω κάποια πράγματα από μέσα μου, να μιλήσω γενικότερα και να ξεκινήσω από το εξής απλό: Παρά τις δηλώσεις περί του αντιθέτου, ούτε οι έλληνες σκηνοθέτες ούτε οι έλληνες κριτικοί αγαπούν πραγματικά τις αρχαίες τραγωδίες. Διαφορετικά, οι μεν δεν θα τους άλλαζαν τα φώτα και οι δε δεν θα επικροτούσαν με περίσσιο ενθουσιασμό κάθε σύγχρονο ανέβασμα εδώ και πάρα πολλά χρόνια, με άποψη σκηνοθετική (πλην ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων) που κραυγάζει φιλαρέσκεια. Σε πλείστες όσες πρόσφατες παραγωγές αρχαίου δράματος, είναι τόσο εμφανές το “κοιτάχτε τι έκανα, ο πρωτοπόρος εγώ” που το έργο το ίδιο φαίνεται να πηγαίνει προς τα πίσω, με τη δικαιολογία να είναι πάντα η ίδια και να αφορά είτε την εξ αναγκασμού σύνδεση του κειμένου με τη σύγχρονη πραγματικότητα ή με την πίεση να παρουσιάσουν κάτι καινούργιο, γιατί -κατά τον ισχυρισμό τους- ο κόσμος κουράστηκε από την επανάληψη των ίδιων έργων. 

Η αλήθεια όμως είναι άλλη: όλοι θέλουν να κάνουν αρχαία τραγωδία, αλλά λίγοι ξέρουν τι να την κάνουν έτσι και καταπιαστούν μαζί της. Μα η απάντηση είναι απλή και βρίσκεται μέσα στο ίδιο το κείμενο του κάθε έργου. Είναι το ίδιο το κείμενο που σε ορίζει, που δίνει το στίγμα και αποτελεί από μόνο του τον φάρο που σε καθοδηγεί. Μόνο που επειδή ακριβώς οι ίδιοι -και όχι το κοινό- πλήττουν από το αρχαίο δράμα και αδιαφορούν για τη δύναμη του ίδιου του κειμένου, προτείνουν (ή θαυμάζουν) ακροβατικές σκηνοθεσίες στο όνομα της ανανέωσης, ενώ όταν ξαφνικά εκτεθούν σε μια ξεκάθαρη, φροντισμένη, απλή (ή απλοϊκή στα μάτια των δήθεν περισπούδαστων) και επικεντρωμένη στο ίδιο το έργο συνάντηση με το κείμενο, στέκουν αμήχανοι, αναζητώντας απεγνωσμένα συμβολισμούς. Επειδή, όπως είπα και στη αρχή αυτού του σημειώματος, δεν αγαπούν πραγματικά τις αρχαίες τραγωδίες.

Ο Γιώργος Νανούρης όμως τις αγαπά. Και τις σέβεται. Και τις θαυμάζει. Και είναι ακριβώς το τρίγωνο αγάπης-σεβασμού-θαυμασμού που πλαισιώνει και την ιδιαίτερα φροντισμένη δουλειά του στην εν Ταύροις Ιφιγένεια, που παρουσίασε στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 2021 για να ακολουθήσει μια μεγάλη περιοδεία. Καθώς μάλιστα είναι η πρώτη φορά που σκηνοθεσία του πατά στο αργολικό θέατρο, ο Γιώργος Νανούρης συμπεριφέρεται με έναν αθώο ενθουσιασμό, αγκαλιάζοντας τις συμβάσεις του χώρου και όχι προσποιούμενος πως κάνει κάτι άλλο για κάπου αλλού. Έτσι, σέβεται απόλυτα το γεωμετρικό σχήμα του κύκλου της σκηνής, με το λιτό αλλά ευδιάκριτο σκηνικό (Μαίρη Τσαγκάρη) στο κέντρο και τους ήρωες του δράματος να απλώνονται κυκλικά, από μέσα προς τα έξω σε πλήρη αρμονία με τη γεωμετρία του χώρου. Τον ίδιο σεβασμό δείχνει και στην καθοδήγηση των ηθοποιών του, αναδεικνύοντας την ερμηνευτική δύναμη του καθενός την ίδια στιγμή που φαίνεται να αποτίει έναν διαχρονικό φόρο τιμής σε ανεβάσματα του παρελθόντος, με όψη που παραπέμπει στα χρόνια του ’50, όταν η Επίδαυρος και η αρχαία τραγωδία έζησαν τη δεύτερη αναγέννηση. 

Έτσι, σκηνοθετεί τη Λένα Παπαληγούρα σαν κλασική αρχαία τραγωδό, με φωνητικά ξεσπάσματα και βάθος εκφοράς λόγου που φέρνουν θύμησες μεγαλών γυναικών που περπάτησαν στη σκηνή της Αργολίδας, αλλά με τέμπο σύγχρονο, χάρη και στη μετάφραση του Γιώργου Ιωάννου.

Με κορμί μικροκαμωμένο και ακούνητο, η Ιφιγένεια πάλλεται από την ορμή της φωνής και των λέξεων που χτυπούν στα χείλη, με δύναμη, αγάπη και αποφασιστικότητα που βγαίνουν από τα μέσα της. Κι απέναντί της, ο Ορέστης του Μιχάλη Σαράντη, αυτού του απίστευτου ηθοποιού, που εδώ υποφέρει, φοβάται και κυλιέται στο χώμα, μισότρελος από τις Ερινύες που τον κυνηγούν και από το φονικό της μάνας του, καθώς στέκει σε μια αέναη κίνηση, σαν να μην σταματά να τρέχει ούτε λεπτό, άντρας και μικρό παιδί ταυτόχρονα, με μια ερμηνεία που συνταράσσει και φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης στον διπλό ρόλο του γελαδάρη και του μαντατοφόρου κατορθώνει με φωνή και παρουσία να σε μεταφέρει στο κέντρο των γεγονότων που αφηγείται και να ακούσεις σχεδόν τον παφλασμό των κυμάτων που σκάνε στην ακτή. Άχαρος ούτως ή άλλως ο ρόλος του Πυλάδη, εδώ αποκτά ρώμη και αντροσύνη από τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο, ενώ ο Θόας του Νίκου Ψαρρά υπαινίσσεται αυτές τις μικρές υποψίες σάτιρας και ειρωνείας ενός βαρβάρου που στέκει αβέβαιος μπροστά στις μηχανορραφίες των Ελλήνων.

Η Χάρις Αλεξίου ως η από μηχανής θεά Αθηνά που δίνει και τη λύση της τραγωδίας, συνιστά εξαιρετική επιλογή, για δύο βασικούς λόγους. Κατ’ αρχάς το stardom που αποπνέει η ίδια προκαλεί το δέος που οφείλει να προκαλεί στο κοινό η εμφάνιση μιας Θεάς. Από την άλλη, η τεράστια ερμηνευτική της εμπειρία τής επιτρέπει να “τραγουδά” στα κρυφά τον ρόλο και να προσδίδει στα λόγια της Αθηνάς μια αλλόκοσμη χροιά, που κουβαλά σοφία μα και αυτό το κάτι το υπερφυσικό.

Εξαιρετική η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου και οι φωνές των μελών του χορού  που φέρνουν ανατριχίλα (αρμονική με το σύνολο κορυφαία η Κίττυ Παϊτατζόγλου). Την αγκαλιά του Ορέστη και της Ιφιγένειας δεν θα την ξεχάσετε ποτέ.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.