Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν υπήρξε απλώς ένας κορυφαίος συνθέτης, αλλά ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε τον πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας. Με το έργο του κατάφερε να ενώσει τη λόγια δυτική μουσική με τη λαϊκή ελληνική παράδοση, αποδεικνύοντας ότι η υψηλή τέχνη μπορεί να αγγίξει τις καρδιές όλων των ανθρώπων.
Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Το 1949, με την ιστορική του διάλεξη για το ρεμπέτικο, έβγαλε ένα περιθωριοποιημένο είδος στο φως και το σύστησε στην αστική τάξη ως γνήσια λαϊκή τέχνη.
Το 1961 κέρδισε το βραβείο Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για τα «Παιδιά του Πειραιά» από την ταινία Ποτέ την Κυριακή. Αν και ο ίδιος ένιωθε ότι η τεράστια επιτυχία αυτού του τραγουδιού επισκίαζε το υπόλοιπο έργο του, το κομμάτι αυτό έκανε την Ελλάδα γνωστή σε όλο τον κόσμο.
Δημιούργησε κύκλους τραγουδιών που αποτελούν θεμέλιους λίθους της ελληνικής δισκογραφίας, όπως ο Ματωμένος Γάμος, το Παραμύθι χωρίς Όνομα, η Μυθολογία και ο εμβληματικός Μεγάλος Ερωτικός.
Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.
Με τα κείμενά του και τις περίφημες «Σχολιαστικές Εκπομπές» του, πολέμησε με πάθος την πνευματική φτώχεια, τον κιτρινισμό, τον φασισμό και τη χυδαιότητα της δημόσιας ζωής.
Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε στις 15 Ιουνίου 1994.


