to top

Είδαμε την ταινία | Zack Snyder’s Justice League

Zack Snyder's Justice League

Η ταινία Zack Snyder’s Justice League, έιναι κόμικ περιπέτεια φαντασίας των Warner/DC, σε σκηνοθεσία Ζακ Σνάυντερ, με τους Μπεν Άφλεκ, Γκαλ Γκαντότ, Χένρυ Καβίλ, Έζρα Μίλλερ, Τζέησον Μομόα, Ρέυ Φίσερ, Έημυ Άνταμς, Νταϊάν Λέην, Τζέρεμυ Άιρονς, Τζ, Κ. Σίμμονς και τη φωνή του Κίαραν Χιντς.

Με τον Σούπερμαν νεκρό εδώ και καιρό, ο κόσμος δείχνει να έχει πέσει και πάλι στο σκοτάδι του φόβου. Όταν μια αρχαία απειλή βρίσκεται προ των πυλών, έτοιμη για τον τελικό μας αφανισμό, ο Μπάτμαν με τη βοήθεια της Γουόντερ Γούμαν συγκεντρώνουν μια ομάδα από ανθρώπους (ή σχεδόν ανθρώπους) με υπερδυνάμεις ώστε να αντιμετωπίσουν την έλευση του Κακού.

 

 

Προσωπικά τρέφω μια βαθιά αδιαφορία (για να μην πω αντιπάθεια) σε αυτή τη μόδα των “director’s cut” εκδοχών που και καλά επανακυκλοφορούν για να μας μεταφέρουν το πραγματικό πνεύμα του σκηνοθέτη που χάθηκε κατόπιν πιέσεων της εταιρείας παραγωγής και άλλων τέτοιων χαριτωμένων. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είχα την παραμικρή διάθεση αρχικά να παρακολουθήσω τη νέα αυτή εκδοχή της Λεγεώνας της Δικαιοσύνης, εάν δεν δεν συνέτρεχαν δύο παράγοντες: Ο πρώτος ήταν πολύ απλά η ξεραΐλα νέων ταινιών -πολλώ δε μάλλον νέων blockbuster- εξ αιτίας της πανδημίας. Ο δεύτερος έχει να κάνει με τους ειδικούς λόγους που συντρέχουν με αυτήν εδώ τη συγκεκριμένη ταινία, η οποία δεν αποτελεί απλά μια άλλη εκδοχή αυτής που είχαμε παρακολουθήσει το 2017, αλλά στην ουσία μια άλλη, εντελώς διαφορετική ταινία. Κυριολεκτικά άλλη, όμως. Και σαφώς καλύτερη, έως και αριστούργημα για το είδος της.

 

Για να αντιληφθούμε συνοπτικά τι είχε συμβεί τότε, ο σκηνοθέτης Ζακ Σνάυντερ είχε αποχωρήσει από το project προτού ακόμα ολοκληρωθεί, ύστερα από τον τραγικό θάνατο της κόρης του. Τη “Justice League” ανέλαβε να ολοκληρώσει ο Τζος Γουέντον, ο οποίος όμως, κατόπιν πιέσεων της Warner που βρήκε την ευκαιρία και την άρπαξε, δεν τελείωσε απλά αυτό που είχε γυρίσει ο Σνάυντερ, αλλά γύρισε κάτι άλλο. Σκηνές ξαναγράφτηκαν και ξαναγυρίστηκαν, ο τόνος και το ύφος του φιλμ άλλαξαν ριζικά, άλλες σκηνές πετάχτηκαν στα σκουπίδια και εν τέλει φτάσαμε να δούμε στις αίθουσες κάτι που αποτελούσε την επιτομή της κακοποίησης της αρχικής ταινίας, με τα γνωστά μάλιστα αποτελέσματα τόσο σε επίπεδο αποδοχής κοινού και κριτικών όσο και εισιτηρίων.

Στο μεταξύ, ο Ζακ Σνάυντερ που ήταν αυτός που είχε υποστεί όλο το “bullying” για τη “Justice League”, πίεζε για μεγάλο διάστημα για μια επανακυκλοφορία της ταινίας όπως θα την είχε ολοκληρώσει ο ίδιος, συνεπικουρούμενος μάλιστα από πολλούς εκ των πρωταγωνιστών της, οι οποίοι ήταν οι μοναδικοί ενδεχομένως που γνώρισαν τον βαθμό της κακοποίησης που η δουλειά τους είχε υποστεί. Η Warner επί μακρόν σφύριζε αδιάφορα, έως ότου ήρθε η πανδημία και η ανυπαρξία πρωτότυπου υλικού για την υπερ-φιλόδοξη υπηρεσία streaming HBOMax που είχε λανσάρει λίγο νωρίτερα, και ανάγκασε τα στελέχη της να ακούσουν (και να δουν) τις προτάσεις του Σνάυντερ.

Οι ηθοποιοί επέστρεψαν με μεγάλη τους χαρά στο πλατώ (εντάξει, πληρώθηκαν κιόλας) για συμπληρωματικά ή διορθωτικά γυρίσματα, οι σκηνές που είχε γράψει ο Γουέντον εξαφανίστηκαν (και πολύ καλά τούς έκαναν), το post production έγινε με μεγάλη προσοχή και το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει τον δημιουργό του, αλλά και εμάς που το παρακολουθήσαμε.

 

Με διάρκεια που ξεπερνά τις 4 ώρες, αυτή εδώ η “Justice League” γίνεται το απόλυτο σκοτεινό έπος της κόμικ λογοτεχνίας, με βαθύ σεβασμό στο υλικό του και στις ρίζες του. Με το σενάριο χωρισμένο σε αριθμημένα κεφάλαια (υπήρχε και η ιδέα της μίνι σειράς στο πίσω μέρος του μυαλού του Σνάυντερ), η ιστορία επικεντρώνεται στο κάθε επί μέρους τμήμα της, ενόσω προχωρά ταυτόχρονα το έργο προς τα εμπρός, εντείνοντας διαρκώς το δράμα και την αγωνία.

Με το σενάριο της τρέχουσας ταινίας, τα πάντα πλέον μπαίνουν στη θέση τους και βγάζουν νόημα, ενώ το νέο φινάλε κορυφώνει στον μέγιστο βαθμό αυτό που μια ταινία ομάδας σπουδαίων υπερηρώων υπόσχεται εν τη γενέσει της. Ειδική μνεία οφείλουμε στην εξαιρετική μουσική του Τομ Χόλκενμποργκ (αρχικού συνθέτη της ταινίας προτού ο Γουέντον φέρει τον Ντάνυ Έλφμαν μετά την αποχώρηση του Σνάυντερ), με μελωδίες εφιαλτικές και συμφωνικό ύφος αρχών 20ού αιώνα που ενισχύουν την απειλή και το έρεβος, ανεβάζοντας πολλάκις τον πήχυ της δραματουργίας.

Το δυστύχημα με τη νέα αυτή εκδοχή είναι πως στον επίλογό της αφήνει υποσχέσεις για πολλά συνταρακτικά και πεντανόστιμα που θα ήταν να συμβούν στις ταινίες που θα ακολουθούσαν, και τα οποία με τα μυαλά που κουβαλάει η Warner δεν θα τα δούμε ποτέ.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.