to top

Είδαμε την ταινία | Ο Φάρος

Είδαμε την ταινία | Ο Φάρος

Δεν χωράει αμφιβολία πως βρισκόμαστε έναντι μιας συναρπαστικής και άκρως εντυπωσιακής ταινίας που κατορθώνει και σου επιβάλλεται από τα πρώτα κιόλας λεπτά.

Η ταραγμένη, ταλαιπωρημένη, φοβισμένη σχεδόν φιγούρα του νεαρού Εφραίμ (Ρόμπερτ Πάτινσον) φτάνει στον φάρο όπου έχει έρθει για δουλειά. Θαλασσοδαρμένος από το ταξίδι με τη βάρκα, βρίσκεται σε ένα τοπίο άγριο, απάνθρωπο, παραδομένο στα στοιχειά της φύσης. Ο αγέρωχος μα σπασμένος από τα χρόνια και τις κακουχίες άντρας που στέκει απέναντί του, ο φαροφύλακας Τόμας (Γουίλλεμ Νταφόε) είναι φειδωλός στα καλωσορίσματα και από τις πρώτες κοφτές και τραχιές κουβέντες τού καθιστά ξεκάθαρο ποιος κάνει κουμάντο εκεί πέρα.

Σε αυτήν την επιβλητική ατμόσφαιρα συνεισφέρουν τα μέγιστα η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία, με το εκτυφλωτικό κοντράστ και το τετράγωνο vintage κάδρο, καθώς και ο ήχος από τα κύματα που σκάνε επίμονα στα βράχια, τον αέρα που μοιάζει να παρασέρνει το νησί και τη μπουρού που δεν παύει ποτέ να κλαίει.

Την ίδια στιγμή, ακριβώς αυτή η επιλογή της ασπρόμαυρης φωτογραφίας και του καρέ με αναλογία 1.19:1 αποτίουν ένα είδος φόρου τιμής στις απαρχές του κινηματογράφου αλλά και στο σινεμά μεγάλων δημιουργών -κάποιοι ενδεχομένως θα βρείτε αναφορές στο σινεμά του Μπέργκμαν. Το ίδιο συμβαίνει και με τους διαλόγους, καθώς είναι σκηνές όπου μεταφέρουν αυτούσια σχεδόν αποσπάσματα από μυθιστορήματα του Χέρμαν Μέλβιλ και του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον, μάστορες αμφότεροι του λόγου μα και της ναυτικής λογοτεχνίας.

 

Θα μπορούσες να αποκαλέσεις τον Φάρο και πειραματική ταινία, αν δεν ήταν τόσο επιτηδευμένη. Διότι δυστυχώς όλα αυτά τα ενδιαφέροντα στοιχεία που μπλέκουν στην οθόνη κανένα ίχνος ειλικρινούς πειραματισμού δεν κρύβουν, παρά μόνο μια διάθεση φλυαρίας (λόγου, εικόνων, ιδεών) που τελικά δεν καταλήγει πουθενά. Διότι δεν υπάρχει προκείμενο μέσα σε όλο αυτό και αδικούνται όλες οι αρετές του έργου του, με πρώτες και καλύτερες τις υπέροχες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών του.

 

cinemano.gr  | instagram

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.