to top

Ειδαμε την ταινία | Nomadland

Nomadland

Το Nomadland, είναι δραματική ταινία της Searchlight σε σκηνοθεσία Κλόε Ζάο, με τους Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Ντέηβιντ Στράδερν, Λίντα Μέυ, Τσαρλήν Σουώνκυ, Μπομπ Γουέλς, Πήτερ Σπήαρς.

Όταν το εργοστάσιο γύψου στο Εμπάιρ της Νεβάδα αναστέλλει τη λειτουργία του, μαζί του κλείνει κυριολεκτικά και ολόκληρη η πόλη, αφού στην ουσία είχε δημιουργηθεί για να φιλοξενήσει τους εργάτες. Υπάλληλος στο εργοστάσιο υπήρξε σχεδόν για όλη της τη ζωή και η Φερν, όπως και ο άντρας της που πέθανε σχετικά πρόσφατα. Με τη ζωή της να αλλάζει ριζικά, η Φερν αποφασίζει να πουλήσει τα περισσότερα υπάρχοντά της, να αγοράσει ένα βανάκι και να ζήσει εκεί, ταξιδεύοντας σε όλη τη χώρα αναζητώντας εποχιακές δουλειές. Κάπως έτσι τη συναντάμε στην αρχή της ταινίας, παραμονές πρωτοχρονιάς, να εργάζεται σε ένα κέντρο εκτέλεσης παραγγελιών της Amazon προτού την παρακολουθήσουμε σχεδόν για έναν χρόνο να περιδιαβαίνει τις αχανείς εκτάσεις της χώρας και συναντώντας άλλους νομάδες που σαν κι αυτήν αποφάσισαν να ζήσουν χωρίς έδρα και χωρίς σαφή κοινωνικό περίγυρο.

 

 

Το Nomadland είναι η ταινία που αφού μάθεις το θέμα της αναρωτιέσαι αν θέλεις να τη δεις, αλλά που όταν αρχίσει δεν θέλεις να τελειώσει και που αφού τελειώσει θα τη θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή. Μια μικρή φαινομενικά ταινία που μεταμορφώνεται μπροστά στα έκθαμβα μάτια σου σε μεγάλο σινεμά, πρωτίστως χάρη στην ψυχή και το ταλέντο της δημιουργού της, της Κλόε Ζάο που ως άνθρωπος-ορχήστρα υπογράφει, πέραν την σκηνοθεσίας, το σενάριο, το μοντάζ αλλά και την παραγωγή.

Παράξενο τραίνο η Ζάο, γεννημένη στο Πεκίνο μεν αλλά με μια ακαταμάχητη έλξη για την αμερικανική ύπαιθρο και τους ανθρώπους της που δείχνει να γνωρίζει βαθιά σαν να αποτελούν μέρος της ίδιας της κουλτούρας της. Μάλιστα, με αυτήν εδώ τη μόλις τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της, φαίνεται να κλιμακώνει ιδεατά αυτή τη σχέση με την πιο άγνωστη αμερικανική ενδοχώρα, την οποία ξεκίνησε με το “Songs My Brothers Taught Me” το 2015 και συνέχισε με το επίσης υπέροχο “Καλπάζοντας με το όνειρο” δύο χρόνια αργότερα.

Αυτό που επίσης έχει τεράστιο ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που στο σινεμά της η τεκμηρίωση συναντάται με τη μυθοπλασία σε ένα υβριδικό σύμπαν μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Στο “Καλπάζοντας με το όνειρο” ας πούμε, οι πραγματικοί άνθρωποι της ιστορίας υποδύονταν την πιο “fictional” πλευρά του εαυτού τους, ενώ στη “Χώρα των Νομάδων”, η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ περιστοιχίζεται από πραγματικούς νομάδες, οι οποίοι επίσης υποδύονται τον εαυτό τους. Και να σας πω κάτι; Είναι μαγικό αυτό, γιατί δουλεύει σε διπλό συγκινησιακό επίπεδο, ενισχύοντας τον ρεαλισμό των γεγονότων μέσα από τη μυθοπλαστική αφήγηση, χωρίς ούτε στιγμή να θυμίζει ντοκυμανταίρ ή κάτι τέτοιο.

 

Αφήστε δε που κρύβεται ένας τεράστιος όγκος δουλειάς πίσω από την ταινία, ξεκινώντας από το υπέροχο σενάριο που διασκευάζει το βιβλίο της δημοσιογράφου Τζέσικα Μπρούντερ “Nomadland: Surviving America in the Twenty-First Century” και μετατρέπει ένα κείμενο έρευνας σε μυθοπλασία και συνεχίζεται με τον εντοπισμό των locations και φυσικά των ίδιων των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν ως η ραχοκοκαλιά και το μεδούλι της ιστορίας. Και εάν η Κλόε Ζάο είναι ο μαέστρος, πρώτο βιολί δεν είναι παρά η συναρπαστική Φράνσις ΜακΝτόρμαντ σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της. Αγρίμι, αποφασισμένη, ανεξάρτητη, μα ταυτόχρονα ευάλωτη και πικραμένη, η Φερν της είναι υπόδειγμα κινηματογραφικής δεξιοτεχνίας, με βλέμματα και σιωπές και μισά χαμόγελα που διαπερνούν την οθόνη και σου αφηγούνται ιστορίες ολόκληρες. Τεράστιο επίτευγμα και η φωτογραφία του Τζόσουα Τζέημς Ρίτσαρντς που κατορθώνει να αλλάζει χρώματα και ύφος ανάλογα με τις εποχές και την τοποθεσία, έργο εξαιρετικά δύσκολο δεδομένων των γυρισμάτων στη μέση του πουθενά, με φαινομενικό πρωταγωνιστή το φυσικό φως του τοπίου. Εξαιρετικών συναισθηματικών αποχρώσεων και οι μουσικές του Λουντοβίκο Εϊνάουντι που έχουν επιλεγεί.

Η ταινία ήταν υποψήφια για 6 Όσκαρ, εκ των οποίων κέρδισε τα 3: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου. 7 υποψηφιότητες BAFTA (κέρδισε Καλύτερης Ταινίας, Α΄ Γυναικείου, Σκηνοθεσίας, Φωτογραφίας, Διασκευασμένου Σεναρίου). Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.