to top

Είδαμε την ταινία | Ευτυχία

Είδαμε την ταινία | Ευτυχία

Δραματική βιογραφία της Tanweer σε σκηνοθεσία Άγγελου Φραντζή, με τους Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Κάτια Γκουλιώνη, Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, Θάνο Τοκάκη, Ντίνα Μιχαηλίδου.

Η ζωή της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου μεταφέρεται στην οθόνη σε μια υπέροχη ταινία που μολονότι είναι βαθιά ελληνική, δεν είναι καθόλου “ελληνική”. Βλέπετε, έχει απαξιωθεί τόσο πολύ ο ελληνικός κινηματογράφος με ευθύνη όλων -παραγωγών, σκηνοθετών, κριτικών κ.ά- που πλέον μια ελληνική ταινία που βγαίνει στο σινεμά έχει να ξεπεράσει εν πρώτοις το βασικότερο εμπόδιο: πως είναι ελληνική. Η “Ευτυχία” λοιπόν δεν είναι τέτοια “ελληνική”, καθώς ούτε στο πόδι γυρίστηκε για να κάνει αρπαχτή ούτε αποτελεί πόνημα κατατρεγμένου στο μυαλό σκηνοθέτη που είπε να πάρει τα λεφτά κάποιας επιχορήγησης και να γυρίσει μία ταινία για τα αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου έναντι των πληγών του Εμφυλίου και να τη μοιραστεί με 5-6 φίλους του στις αίθουσες. Η “Ευτυχία” είναι Σινεμά με “Σ” κεφαλαίο και η ευτυχία της είναι πως ο επιθετικός προσδιορισμός “ελληνικό” περιγράφει απλά τη χώρα καταγωγής και την κουλτούρα της. Αυτά τα ολίγα ως μίνι-εισαγωγή περί ελληνικού κινηματογράφου, τα οποία άλλωστε επαναλαμβάνω κάθε φορά που βρισκόμαστε έναντι μιας καλής “δικής μας” ταινίας που πρέπει να καταπολεμήσει τη δυσπιστία του κοινού.

 

Πάμε στην ταινία αυτή καθ΄ εαυτή λοιπόν και θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω από το σενάριο της Κατερίνας Μπέη που ξεχωρίζει για δύο σπουδαία πράγματα: τόσο για την κινηματογραφικότητα και την περιεκτικότητά του όσο και για τη βαθιά έρευνα που κρύβει πίσω του. Έχω ξαναγράψει πόσο δύσκολες είναι οι κινηματογραφικές βιογραφίες που απλώνονται σε ολόκληρη τη ζωή του ήρωά τους και πως συνήθως ξεχωρίζουν αυτές που επικεντρώνονται σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια χρυσή εξαίρεση, αφού η ταινία ξετυλίγει τη ζωή της Παπαγιαννοπούλου από τα νεανικά της χρόνια όταν έφτασε στην Ελλάδα πρόσφυγας από τη Σμύρνη, μέχρι τα γεράματα, καλύπτοντας τη μεγάλη και “μεστή”περίοδο της ζωής της.

Η ευφυΐα πίσω από τη σεναριακή δουλειά είναι πως τόσο η γραφή όσο και το ντεκουπάζ έχουν μια ουσιαστική θεατρική δομή, θυμίζοντας μιούζικαλ που όμως δεν είναι μιούζικαλ. Με επίκεντρο και άξονα αφήγησης μια εκδήλωση που διοργανώθηκε προς τιμήν της στιχουργού, η ιστορία κυλά ως μνήμες της ίδιας της Ευτυχίας που ενόσω βρίσκεται στην εκδήλωση φαίνεται να θυμάται την ιστορία του κάθε τραγουδιού που ακούγεται ενώ την επισκέπτονται οι σκιές των ανθρώπων που την αγάπησαν. Είπαμε, σαν μιούζικαλ ξετυλίγεται η ταινία, αλλά χωρίς να καταφεύγει στην εύκολη λύση που θα ακολουθούσε ένα τζουκ-μποξ μιούζικαλ παραθέτοντας τα τραγούδια το ένα μετά το άλλο. Εδώ ίσα που ακούγονται αλλά και όταν ακούγονται οδηγούν σε μια μεγάλη σεκάνς που καλύπτει ένα διακριτό κεφάλαιο της ιστορίας της Ευτυχίας ή αποτελούν φινάλε της. Είναι όμως τόσο περίτεχνα μαζεμένο όλο που φεύγεις από το σινεμά με την εντύπωση πως έχεις ακούσει άπειρα τραγούδια.

Και το ξαναλέω, είναι σαν μιούζικαλ που όμως δεν είναι μιούζικαλ. Εξ ίσου “θεατρικής” αντίληψης είναι και οι διάλογοι: κοφτοί, μεστοί, περιεκτικοί (αν και κάποιες φορές -λίγες ευτυχώς- κάπως επιτηδευμένοι), δίνουν το στίγμα της περιόδου και των χαρακτήρων αλλά σου μεταφέρουν όλο το απαραίτητο “πριν” χωρίς φλυαρίες.

 

Επάνω σε όλο αυτό το εξαιρετικό κείμενο ήρθε να δουλέψει ο Άγγελος Φραντζής και να στήσει μια ταινία μεγάλη και σπουδαία, έχοντας αρωγούς ταλαντούχους ανθρώπους που έβαλαν μεράκι και ψυχή στα πάντα. Δεν γίνεται, ας πούμε, να μην δώσεις άριστα στους υπεύθυνους για τα σκηνικά αλλά και για το ρεπεράζ των χώρων, σε μια πόλη που έχει τόσο πολύ αλλοτριώσει το παρελθόν της που δύσκολα σου προσφέρει μέρη για γυρίσματα πέραν των κλασσικών φολκλόρ. Εδώ, ακόμα και αυτή η μικρή γωνιά στο κιόσκι του Εθνικού Κήπου είναι τόσο ωραία στημένη και κινηματογραφημένη που νομίζεις πως έχεις δει όλον τον κήπο από κάθε γωνιά. Σπουδαία η ματιά του Φραντζή και εξαιρετική η καθοδήγηση των ηθοποιών του.

Από τις δύο συγκλονιστικές κυρίες που υποδύονται την Ευτυχία μέχρι και τον τελευταίο γ’ ρόλο, ο κάθε ηθοποιός αφήνει το στίγμα του, καθώς ο λόγος του είναι απόλυτα συσχετισμένος με την προσωπικότητα που υποδύεται αλλά και με την εποχή του. Έτσι ακόμα και ρόλοι όπως αυτός της Ρένας Βλαχοπούλου βγάζουν ασπροπρόσωπη τη Ματθίλδη Μαγγίρα που την υποδύεται αφού πέραν της (εξαιρετικής) μίμησης εμπεριέχει ψυχή και ουσία. Το ίδιο θα μπορούσα να πω ενδεικτικά και για τον Λεωνίδα Κακούρη που υποδύεται τον Τσιτσάνη ή για τη Σωτηρία Μπέλου της Χρύσας Ρώπα – τι πόνο βγάζει σε αυτό το σύντομο πέρασμα!. Το καλύτερό μου βέβαια ήταν ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης που παίζει τον δεύτερο σύζυγο της Ευτυχίας, τον αστυνόμο Γιώργο Παπαγιαννόπουλο, ο οποίος σε έναν ρόλο χωρίς κρεσέντα και αυτό που λέμε “μεγάλες στιγμές” δίνει ρεσιτάλ με μια ερμηνεία γεμάτη πραότητα και ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη και μια φωνή αντρίκια αλλά που πάντοτε κρύβει και ένα σπάσιμο. Όσο για τις δύο κυρίες που πρωταγωνιστούν, τα λόγια περισσεύουν.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη αποδεικνύει χάρη στην σκηνοθεσία του Φραντζή πως διαθέτει τεράστιο κινηματογραφικό εκτόπισμα, καθώς αφήνει πίσω της όλα τα στοιχεία της θεατρικής ηθοποιού και μαζεύει όλον το ρόλο μέσα της, χωρίς “κοιτάξτε τι καλά που παίζω” υπερβολές και χωρίς ίχνος μανιέρας. Οφείλεις να της βγάλεις το καπέλο δε αφού στην ταινία έρχεται δεύτερη και οφείλει να πατήσει ως ηλικιωμένη Ευτυχία στον ρόλο που δημιούργησε η Κάτια Γκουλιώνη που βλέπουμε στο πρώτο μισό στα νεανικά της χρόνια. Τι φωτιά! Τι ερμηνευτικός δυναμίτης! Τι κωλοπετσωμένη Σμυρνιά! Όλο το σώμα, όλο το βλέμμα και όλη η ψυχή μεταμορφώνουν αυτή τη γυναίκα σε κάτι που μοιάζει με στοιχειό, στην Ευτυχία που ήθελε να ζήσει, να δημιουργήσει και να κάνει το κέφι της. Μπείτε λοιπόν στη θέση της Καραμπέτη (και του Φραντζή) και φανταστείτε πώς είναι να παίρνεις όλη αυτή τη φλόγα και να τη μετουσιώνεις σε κούραση και γηρατειά και πόνο και να τη μαζεύεις εξωτερικά όσο την αφήνεις να καίει ακόμα μέσα σου. Άθλος.

 

• Σινεμά μεγάλου επιτεύγματος η Ευτυχία κυλά με απόλυτα δομημένους ρυθμούς, χωρίς να καταφεύγει ούτε στιγμή σε εύκολες λύσεις -αντιθέτως δε, καλωσορίζει τις δυσκολίες. Χωρίς ούτε μια περιττή σκηνή, χωρίς να καλλωπίζει το παραμικρό (η αγιογραφία αφορά στον δημιουργό και όχι στον άνθρωπο) και αξιοποιώντας εις βάθος τους ηθοποιούς της χωρίς απλά να παραθέτει γνωστά ονόματα για εντυπωσιασμό, η ταινία αυτή καταλαμβάνει εύκολα μια πολύ καλή θέση στο πάνθεον του σύγχρονου ευρωπαϊκού αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου. Την ίδια στιγμή, αποδεικνύει περίτρανα κάτι σπουδαίο για το ελληνικό σινεμά: χωρίς σενάρια και παραγωγούς που γνωρίζουν τι κάνουν δεν πρόκειται να πάει ποτέ του μπροστά. Ο δε Άγγελος Φραντζής, με την ταινία αυτή στο βιογραφικό του, εύκολα την κάνει για άλλες πολιτείες.

 

cinemano.gr  | instagram

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

A
A
 Photos
A
 Followers
A
 Following