to top

Είδαμε την σειρά | Ζακέτα να πάρεις

Ζακέτα να πάρεις

Το Ζακέτα να πάρεις είναι κωμική σειρά της ΕΡΤ, σε παραγωγή Αργοναύτες, δημιουργία του Νίκου Μήτσα, με τους Ελένη Ράντου, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Βασίλη Αθανασόπουλο, Παναγιώτη Γαβρέλα, Μιχάλη Τιτόπουλο, Αρετή Πασχάλη.

Όταν μαθαίνει ότι ο γιος της ο Ευθύμης χωρίζει από την επί σειρά ετών κοπέλα του, η Αριστέα αγκαζάρει την αδελφή της τη Δέσποινα που έχει αυτοκίνητο, παίρνει παραμάσχαλα και την κολλητή της τη Φούλη και κατεβαίνει κουτρουβαλώντας στην Αθήνα από τη Νεοχωρούδα της Θεσσαλονίκης για να συμπαρασταθεί στον γιο της. Η αλήθεια είναι πως ο Ευθύμης την παραμικρή συμπαράσταση δεν χρειάζεται, καθώς ο χωρισμός ήταν δική του απόφαση ενώ είχε ούτως ή άλλως κοντά του τον εξάδελφό του τον Μάνο και τον κολλητό τους τον Λουκά, τους γιους της Δέσποινας και της Φούλης αντίστοιχα, οι οποίοι εξαιτίας του φορτώνονται κι εκείνοι τις μανάδες τους για λίγες ημέρες… Ή σχεδόν λίγες, αφού στην πραγματικότητα καμία από τις τρεις δεν επιθυμεί να γυρίσει στο χωριό, για τους δικούς της λόγους εκάστη.

 

 

Τρία στα τρία επιτυχία για την ΕΡΤ στις εβδομαδιαίες κωμικές σειρές αυτή τη σαιζόν, αφού στο σερί που ξεκίνησαν τα “Καλύτερά μας χρόνια” και η “Τούρτα της μαμάς” ήρθε να προστεθεί και αυτή εδώ η γελαστική και πολύ φροντισμένη σειρά – Ζακέτα να πάρεις – που χαίρει όχι μόνο ενός εξαιρετικού επιτελείου ηθοποιών αλλά και ενός φροντισμένου σεναρίου. Κάθε εβδομάδα που την παρακολουθώ για αυτά τα πρώτα 9 επεισόδια που έχουν ήδη μεταδοθεί, σκέφτομαι πως η “Ζακέτα” έχει να επιδείξει δύο πολύ σημαντικές σεναριακές αρετές.

Εν πρώτοις είναι βαθιά ελληνική σειρά, με χαρακτήρες, διαλόγους, καταστάσεις και χιούμορ δικά μας, αναγνωρίσιμα που κατά συνέπεια επιτρέπουν την ταύτιση του θεατή. Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό, καθώς τόσο οι τρεις μάνες όσο και οι τρεις γιοι είναι η επιτομή της ελληνικής οικογένειας, με το χιούμορ να πηγάζει από αυτήν ακριβώς την αληθοφάνεια. Η συμπεριφορά, οι σχέσεις και οι οικογενειακοί δεσμοί έτσι όπως παρουσιάζονται αποτελούν μια ανάλαφρη αποτύπωση της καθημερινότητας του καθενός μας, με τα αστεία, τα ευτράπελα και τις παρεξηγήσεις να πηγάζουν αβίαστα, σύμφωνα με τις επιταγές του sitcom.

Την ίδια στιγμή όμως είναι και μια πάρα πολύ φρέσκια σειρά, σημερινή, τόσο ως προς το κείμενό της όσο και ως προς τη σκηνοθεσία και την παραγωγή. Ένα θέμα που φαινομενικά ακούγεται πολύ κλισέ, πανεύκολα θα μπορούσε να μυρίζει τηλεοπτική ναφθαλίνη εάν δεν είχε γίνει η σωστή δουλειά που διακρίνει κάθε σημείο της “Ζακέτας”: από τις ερμηνείες που κρατιούνται σε ήπια επίπεδα, όσο ακραία κι αν είναι όλα όσα συμβαίνουν, και τη γρήγορη, με σημερινή ματιά σκηνοθεσία και τα εξαιρετικά σκηνικά που σε τίποτα δεν θυμίζουν στούντιο ελληνικής κωμωδίας γυρισμένης για την τηλεόραση.

 

Απόλαυση οι τρεις πρωταγωνίστριες που κατορθώνουν να κρατήσουν σε γήινα επίπεδα τις περσόνες που ενσαρκώνουν και να τις μεταμορφώσουν σταδιακά σε χαρακτήρες ολοκληρωμένους και με υπόσταση, μάλιστα χωρίς ποτέ να αφήνονται σε ντελιριακές υπερβολές και φωνές -κυριολεκτικές ή/και μεταφορικές. Έτσι, η Ελένη Ράντου -εβδομάδα με την εβδομάδα- γίνεται όλο και περισσότερο η Φούλη, αστέρι των επαρχιακών σκυλάδικων που τώρα της δίνεται η ευκαιρία για come back στην Αθήνα, η Φωτεινή Μπαξεβάνη έχει ενστερνιστεί απόλυτα τον ρόλο της ψιλικατζούς, ξεματιάστρας και προξενήτρας που ποτέ δεν έβγαλε από μέσα της τη Νεοχωρούδα, σε αντίθεση με την αδελφή της που φτάνει στα άκρα της ανοησίας για να πείσει πως είναι μια πολίτις του κόσμου, με τη μία κοτσάνα να ακολουθεί την άλλη. Η Δέσποινα είναι μάλιστα ο ρόλος και με τις μικρές συγκινησιακές διακυμάνσεις αφού με τη δηθενιά που ποτίζει τα πάντα έχει κατορθώσει να είναι η πιο μόνη από όλες.

Κι είναι εδώ ακριβώς που η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, μολονότι στα πρώτα επεισόδια δείχνει να επαναλαμβάνει έναν ρόλο γνώριμο και από άλλες εμφανίσεις της (γιατί προφανώς επάνω σε αυτήν την περσόνα της έκτισαν και τον ρόλο) δείχνει να δουλεύει περισσότερο τον χαρακτήρα της και να τον μπολιάζει με μικρά τικ και φευγαλέες ματιές που είναι χάρμα οφθαλμών.

 

Τώρα, δίπλα σε αυτήν την έμπειρη τριπλέτα πρωταγωνιστριών, λάμπουν και οι τρεις ηθοποιοί που υποδύονται τους γιους με εξαιρετική άνεση μπροστά στον φακό και ισότιμη ερμηνευτική παρουσία, μολονότι οι ρόλοι τους (με εξαίρεση αυτόν του μόνιμα συγκινημένου Λουκά) δεν έχουν εκ των πραγμάτων την ίδια λάμψη και την ίδια αβάντα με αυτούς των μανάδων τους. Όμως είναι οι αυτοί τρεις πολύ καλοί νέοι ηθοποιοί που (χάρη στο σωστό σενάριο που ανέφερα πριν) κρατούν τα μπόσικα της υπερβολής και προσγειώνουν με τον ρόλο και την ερμηνεία τους τη σειρά σε μια αναγνωρίσιμη και καλοδεχούμενη αληθοφάνεια.

Ο Βασίλης Αθανασόπουλος, στον ρόλο του Μάνου, του πιο “γκόμενου” από τους τρεις, έχει μια ισχυρή παρουσία και ανεπιτήδευτη σχέση με τον φακό, χωρίς ποτέ να φλερτάρει μαζί του ή να γίνεται φιλάρεσκος, σε αντιδιαστολή με τη λαμπερή και υπερφίαλη μητέρα του (Δάφνη Λαμπρόγιαννη), την οποία πάντοτε δείχνει να προσγειώνει, την ίδια στιγμή όμως που τη φοβάται κιόλας.

Ακριβώς στον αντίποδα του Μάνου βρίσκεται ο Ευθύμης του Παναγιώτη Γαβρέλα (γιος της Φωτεινής Μπαξεβάνη) που παρ’ ότι ήσυχος, καλλιεργημένος και λάτρης των μιούζικαλ, είναι άφοβος απέναντι στη σαρωτική μητέρα του.

Τρίτος αλλά επ’ ουδενί τελευταίος, ο Μιχάλης Τιτόπουλος, ο Λουκάς, παπαδοπαίδι, καταπιεσμένος, φοβικός και με το δάκρυ κορόμηλο πάντοτε στην άκρη του ματιού, στην απέναντι όχθη της απαστράπτουσας στα λαμέ τραγουδιάρας και περπατημένης μαμάς, πετυχαίνει έναν ακραίο ρόλο -τον πιο ακραίο από τους τρεις γιους- να τον αποδίδει με απόλυτο έλεγχο χωρίς να τον γελοιοποιεί ούτε λεπτό. Μάλιστα, κατορθώνει να γίνει έως και ο πιο συμπαθής από τα τρία βλαστάρια, αντιμετωπίζοντας τις συμπληγάδες πέτρες, αφού πέραν της μαμάς του οφείλει να τα βγάζει πέρα και με την σοπράνο της όπερας σύζυγό του που μισεί βαθύτατα όσα εκπροσωπεί η πεθερά της -πραγματικά με εντυπωσίασε η Αρετή Πασχάλη για το έμφυτο κωμικό της τέμπο.

Αν έχω να γκρινιάξω για κάτι (ασήμαντο) ως προς τη “Ζακέτα” είναι οι τίτλοι έναρξης, που με αυτή τη ρετρό διάθεση και αισθητική δεν αντιλαμβάνομαι το τι και το πώς, ενώ το τραγούδι που ερμηνεύει η Ελένη Τσαλιγοπούλου το βρίσκω εξ ίσου εκτός ύφους και θέματος.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.