to top

Είδαμε την σειρά | Η τούρτα της μαμάς

Η τούρτα της μαμάς

Η τούρτα της μαμάς, είναι κωμική σειρά της ΕΡΤ, δημιουργία των Αλέξανδρου Ρήγα, Δημήτρη Αποστόλου, με τους Κώστα Κόκλα, Καίτη Κωνσταντίνου, Λυδία Φωτοπούλου, Πάρι Θωμόπουλο, Θάνο Λέκκα, Μιχάλη Παπαδημητρίου, Ιωάννα Πηλιχού, Αλέξανδρο Ρήγα, Χάρη Χιώτη.

Μια τυπική ελληνική οικογένεια συγκεντρώνεται με κάθε πιθανή αφορμή γύρω από το τραπέζι της γκουρμέ σεφ μαμάς, κορωνίδα του οποίου είναι πάντοτε η τούρτα που ολοκληρώνει κάθε εκδήλωση και ηρεμεί τα (συνήθως) άγρια πάθη που έχουν ξεσπάσει προηγουμένως. Και κάπως έτσι, απλά και περιεκτικά συνοψίζει κανείς την πιο ευρηματική τηλεοπτική κωμωδία των τελευταίων ετών και ταυτόχρονα μια από τις πιο ξεκαρδιστικές.

Είναι τοις πάσι γνωστό πως η κωμωδία είναι πολύ άτιμο πράγμα. Ειδικά η τηλεοπτική, η επαναλαμβανόμενη κάθε εβδομάδα, ειδικά μάλιστα όταν κάθε επεισόδιο -σε αντίθεση με την Αμερική π.χ.- διαρκεί κοντά στην ώρα. Επίσης είναι γνωστό τοις πάσι είναι πως το δίδυμο Ρήγα-Αποστόλου έχει αφήσει το στίγμα του στην κωμωδία, τόσο στην τηλεόραση όσο και στο θέατρο, με ένα ύφος ξεχωριστό, διακριτό και πρωτίστως χιούμορ που βασίζεται στην ατάκα και στον χρονισμό της. Ενίοτε δε, το ύφος τους είναι φωναχτό, ποντάρει λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε στη φωνή και την αντάρα, όμως επ’ αυτού θα επιστρέψουμε λίγο αργότερα. Στην “Τούρτα της Μαμάς” λοιπόν, τόσο οι δύο δημιουργοί όσο και η ίδια η τηλεοπτική κωμωδία βρίσκονται στις καλύτερες στιγμές τους. Την ίδια στιγμή δε η ΕΡΤ γράφει ιστορία παράγοντας και μεταδίδοντας ίσως ό,τι πιο φρέσκο έχει βγάλει η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια και συνάμα ό,τι πιο απενοχοποιημένο.

 

 

Είναι τόσα πολλά όλα όσα θέλω να πω ύστερα από την παρακολούθηση των πρώτων 5 επεισοδίων (κάτι που πρέπει να κρατάμε διαρκώς στον νου σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κείμενο, καθώς ουδείς γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί η σειρά στο μέλλον) που θα προσπαθήσω να τα βάλω σε μία τάξη ώστε να μην χαθούμε. Και ας ξεκινήσουμε με το βασικό εύρημα και κεντρική ιδέα της “Τούρτας της Μαμάς”. Κάθε επεισόδιο διαδραματίζεται μέσα στο πατρικό σπίτι της οικογένειας Βασίλαινα, σχεδόν ολόκληρο δε γύρω από το τραπέζι. Κάθε τραπέζωμα εν τω μεταξύ έχει και μια διαφορετική αφορμή: γενέθλια, επισκέψεις, φιλοξενούμενους, βραδιές μπάλας, βραδιές γευσιγνωσίας… βλέπετε, η μαμά Ευανθία είναι σεφ γκουρμέ και έχει και vlog που το ονομάζει “Η τούρτα της μαμάς”. Όλο αυτό το παιχνιδάκι λοιπόν γύρω από το τραπέζι θέτει όρια, συνθήκες, περίγυρο και κοινωνία, ενώ τη ίδια στιγμή αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια για κάθε ενδεχόμενο και κάθε αφορμή μάζωξης. Παράλληλα, έχει κάτι το βαθιά δικό μας, το βαθιά ελληνικό το τραπέζι αυτό. Κι ας είναι τραβηγμένα όλα στα όρια της υπερβολής και του “έλα τώρα, αυτά δεν γίνονται”.

Κατ’ αρχήν, όλα γίνονται στην αγία ελληνική οικογένεια και γίνονται και ακόμα χειρότερα Κατά δεύτερον, θα χρειαστεί να επιστρέψουμε στον πρώτο μας θέμα περί της δυσκολίας της κωμωδίας και να θυμίσω στην ομήγυρη πως η κωμωδία πετυχαίνει μόνο εάν στη βάση της είναι αληθινή, με άλλα λόγια, όταν παίρνει πραγματικές καταστάσεις, αληθινούς ανθρώπους και ρεαλιστικές σχέσεις και τα περιγράφει στην υπερβολή τους. Το γέλιο το δυνατό, το πηγαίο, το γάργαρο, βγαίνει από τη σύγκριση της πεζής -ας πούμε- πραγματικότητας με την υπερβολή της. Πρέπει να υπάρχει βάση αλήθειας σε όλο αυτό ώστε να αντιληφθείς το αστείο και να μην αναδειχθεί σε γελοίο.

Στην “Τούρτα της Μαμάς” λοιπόν, ο Αλέξανδρος Ρήγας και ο Δημήτρης Αποστόλου περιγράφουν μια 100% αυθεντική ελληνική οικογένεια, πατροπαράδοτη αλλά και σημερινή, βάζοντας ουσιαστικές δόσεις ρεαλισμού και αληθοφάνειας ενόσω πηγαίνουν πρόσωπα, χαρακτήρες, διαλόγους και καταστάσεις στην υπερβολή τους για να γεννήσουν το γέλιο. Από τη μαμά σεφ βλόγκερ, στον προπατζή αρχιτσιγκούναρο μπαμπά και τον μεγάλο φλούφλη, σνομπ γιο έως τον γκέι λοκατζή μεσαίο της οικογένειας και την τεκνατζού γιαγιά, τα πάντα είναι τόσο αληθοφανώς στημένα και τόσο συγκρουσιακά ταυτόχρονα με το καθώς πρέπει φαίνεσθαι που εν τέλει όλα δένουν αρμονικά με το αστείο και βγάζουν αβίαστο το γέλιο.

Πάνω από όλα είναι κωμωδία λόγου η “Τούρτα της Μαμάς” και όχι τόσο καταστάσεων. Είναι οι ατάκες που ακούγονται, οι λέξεις που επιλέγονται και τα ευφάνταστα λογοπαίγνια που προκαλούν το γέλιο. Μέσα από τις ατάκες διαμορφώνονται οι χαρακτήρες και μέσα από τις λέξεις που ξεστομίζουν είναι που περιγράφεται η σύγχρονη πραγματικότητα. Υπήρξαν φορές στο παρελθόν που τα κείμενα των Ρήγα-Αποστόλου με προβλημάτιζαν ως προς τη διαχρονικότητά τους, δηλαδή εάν το αστείο τους έκανε γκελ λόγω επικαιρότητας και μόνο, άρα θα έπαυε να είναι αστείο μετά από κάποια χρόνια. Στην “Τούρτα” τα αστεία τους (πολλά από αυτά τουλάχιστον) έχουν άμεση σχέση με την επικαιρότητα, είτε είναι ο Covid είτε είναι η εκπομπή της Ζήνας Κουτσελίνη. Αυτές οι αναφορές όμως και περιορισμένες είναι και δεν χαρακτηρίζουν το ύφος της σειράς. Θα το ξαναπώ, το κείμενο βγάζει όλο το γέλιο και οι χαρακτήρες που σκιαγραφεί -οι οποίοι χαρακτήρες είναι υπαρκτοί, πραγματικοί, αληθοφανείς, είναι οι διπλανοί μας, είμαστε εμείς.

 

 

Στην περίπτωσή μας βέβαια είναι οι ηθοποιοί που τους ενσαρκώνουν. Απόλαυση! Όλοι τους. Ο Κώστας Κόκλας ως τσιγκούνης, γαύρος προπατζής δίνει ρέστα κάθε φορά που με το βλέμμα του μετράει πόσα Ευρώ έχουν ξοδευθεί για το τραπέζι και υποφέρει λες και έχασε κάποιον αγαπημένο. Η Καίτη Κωνσταντίνου προσαρμόζει με μαεστρία το ύφος και την απολαυστική μανιέρα της στη συμπεριφορά του ρόλου της ενώ βγάζει συναίσθημα και έγνοια στη σχέση της με τον άντρα της και τα παιδιά της. Η μεγάλη έκπληξη για εμένα είναι ο Πάρις Θωμόπουλος, στον ρόλο του μεσαίου γιου, του Πάρι, του γκέι λοκατζή, που σε κάθε επεισόδιο αποφεύγει τον γκόμενό του, τον Παναγιώτη, ο οποίος του σπάει τα νεύρα με τη ζήλια του, αλλά ο ίδιος δεν έχει και τα κότσια να τον χωρίσει. Ο Θωμόπουλος καταφέρνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο να σε πείσει ότι είναι και γκέι και λοκατζής χωρίς να κάνει τίποτα, πολλώ δε μάλλον τίποτα το επιτηδευμένο. Είναι εκεί, τον βλέπεις και ξέρεις πως είναι αυτό που είναι, το πιστεύεις.

Βέβαια, το σήριαλ όλο είναι η μία και μοναδική γιαγιά Μαριλού, της Λυδίας Φωτοπούλου. Τεκνατζού, περπατημένη, καμακιάρα (κι όχι στα λόγια, αλλά με πράξεις), με στόμα δηλητήριο και αναμνήσεις από τα χρόνια που έκανε παρέα με τη Μελίνα και τον Τρίτση και πήγαιναν στη Βίσση (ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια…). Η Μαριλού είναι ρόλος που θα μείνει στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης και θα με θυμηθείτε. Και είναι σπουδαία στιγμή στην (ακομπλεξάριστη καθώς φαίνεται) καριέρα της Λυδίας Φωτοπούλου, η οποία είναι τόσο σπουδαία ηθοποιός που όλο αυτό το βγάζει αγόγγυστα και χωρίς ίχνος υπερβολής ή επιτήδευσης. Πάρα πολύ μού αρέσει και ο Χάρης Χιώτης, στον ρόλο του υπαλλήλου του Τάσου, στο προπατζίδικο, έτσι όπως τον υποδύεται λίγο κακομοίρη, λίγο θύμα, λίγο μαλαγάνα αλλά και έξυπνο μούτρο ταυτόχρονα που ξέρει πώς να τη βγάζει καθαρή. Μιλώντας για ευρήματα, ένα εξ αυτών είναι και ο ρόλος που ο Αλέξανδρος Ρήγας κράτησε για τον εαυτό του, αυτόν του αδελφού της Ευανθίας, του Ακύλα, πανίσχυρου και αναγνωρισμένου κριτικού θεάτρου που χρηματίζεται ασύστολα για να γράφει καλές κριτικές, απειλώντας με τα χειρότερα αν δεν δεχθούν τους όρους του. Πέραν της σημασίας του ρόλου αυτού στη σημερινή πραγματικότητα (όλοι κριτικοί γίναμε), βρίσκω ευρηματικά χαριτωμένο το ότι ο Ακύλας δεν συμμετέχει ποτέ στα τραπεζώματα ούτε συνδιαλέγεται με το υπόλοιπο σπίτι, απομονωμένος όπως μένει στο δωμάτιο-γραφείο του, πάντοτε μπροστά στον υπολογιστή του ή εκβιάζοντας σκηνοθέτες και θιάσους από το τηλέφωνο. Μοιάζει με χειριστή τον πάντων εκεί πάνω, μόνος και απειλητικός, σαν βλοσυρός παρατηρητής και χειραγωγός, ιδιότητες που ταυτίζονται με τη διπλή του υπόσταση ως σεναριογράφου και σκηνοθέτη.

 

Υπάρχουν βέβαια και κάποια θεματάκια στη σειρά που χρήζουν βελτίωσης. Οι φωνές πρωτίστως. Δεν γίνονται όλοι να φωνάζουν διαρκώς, κάποια στιγμή παύει να είναι αστείο και γίνεται ανυπόφορο. Η βιντεΐλα στην εικόνα είναι έντονη χωρίς να σώζεται από το color correction και δεν συνάδει με το ύφος και τη αισθητική της, ειδικά δε αφού δεν γυρίζεται σε στούντιο. Λίγη προσοχή χρειάζεται στα περάσματα και στο μοντάζ στις “αμόρσες”, στα γεμίσματα με άλλα λόγια, που κάποιες φορές προδίδουν τον “μπαλωματικό” τους χαρακτήρα. Γενικότερα, θα ήθελα να μην είχα την αίσθηση πως έτρεξαν να τελειώσουν το επεισόδιο την τελευταία στιγμή. Καθώς οι εβδομάδες κυλούν, παρατήρησα με χαρά πως κάποιες από τις παιδικές ασθένειες της έναρξης θεραπεύθηκαν ή τέλος πάντων βρίσκονται σε καλό δρόμο. Η ένταση της φωνής για παράδειγμα, μειώνεται σιγά-σιγά, κι αυτό επιτρέπει στα αστεία να ακούγονται καλύτερα χωρίς να στήνεις αυτί για να τα ακούσεις μέσα από τα ουρλιαχτά των ηθοποιών. Αυτό που με χαροποιεί επίσης είναι πως αξιοποιούνται οι β’ ρόλοι, ενώ εύχομαι να συνεχιστεί να δίνεται ειδικό βάρος στους guest stars του κάθε επεισοδίου.

Για το τέλος-τέλος άφησα να (ξανά) πω το εξής απλό και σημαντικό: φτάσαμε στο 2020 ώστε η ΕΡΤ να είναι αυτή που μεταδίδει το πιο ακομπλεξάριστο και σημερινό σήριαλ στην ελληνική τηλεόραση με πρωταγωνιστές μεταξύ άλλων μια τεκνατζού γιαγιά που καπνίζει μαύρο και παίρνεται με ό, τι κινείται και τον γκέι λοκατζή εγγονό της. Να θυμίσω απλά πως πριν από μερικά χρόνια, η ΕΡΤ λογόκρινε το φιλί δύο ανδρών στον “Πύργο του Ντάουντον”, ενώ ένα αντίστοιχο φιλί στο σήριαλ του Χριστόφορου Παπακαλιάτη στο ιδιωτικό MEGA μόνο διαδηλώσεις που δεν είχε προκαλέσει.

Μάνος Θηραίος

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχαπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.