to top

Είδαμε την παράσταση | Ζορμπάς

Είδαμε την παράσταση | Ζορμπάς

“Ζορμπάς” των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Γιάννη Κακλέα, από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας, πρωταγωνιστούν: Γιάννης Στάνκογλου, Αιμιλιανός Σταματάκης, Όλια Λαζαρίδου, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Ιβάν Σβιτάιλο, Δημήτρης Φουρλής, Αντώνης Καρναβάς, Θοδωρής Τσουανάτος, Νίνα Φώσκολου, Γιάννης Γιαννούλης, Δέσποινα Πολυκανδρίτου, Βασίλης Τσιγκριστάρης

Ένας νεαρός συγγραφέας που ετοιμάζεται να ταξιδέψει στην Κρήτη για να λειτουργήσει ξανά κάποια παλιά, οικογενειακά ορυχεία, γνωρίζει στο λιμάνι του Πειραιά τον Ζορμπά, έναν αψύ, αυθόρμητο άντρα, που με τούτα και μ’ εκείνα τού φορτώνεται να τον πάρει μαζί του. Όταν φτάνουν στο νησί, ο συγγραφέας ανακαλύπτει έναν θαυμαστό καινούργιο κόσμο μέσα από τα μάτια του νέου του φίλου, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

 

 

Θεατρικό υπερθέαμα δια χειρός Γιάννη Κακλέα, που όσο το παρακολουθούσα σκεφτόμουν πως τελικά μόνο εκείνος θα είχε τα κότσια και τη ματιά να “διαβάσει” με αυτόν τον τρόπο έναν χαρακτήρα εμβληματικό και συνάμα τόσο επικίνδυνο ως προς τη διαχείρισή του. Έχοντας στη διάθεσή του την εξαιρετική σκηνή του “Θέατρον” του Κέντρου Πολιτισμού “Ελληνικός Κόσμος” και την αρωγή ενός επιτελείου εξαιρετικών και πολύπειρων συνεργατών, ο Γιάννης Κακλέας ανεβάζει έναν “Ζορμπά” εντυπωσιακό από κάθε άποψη, συγκινητικό, αστείο και βαθιά ανθρώπινο, επιτυγχάνοντας να μην προδώσει το πνεύμα του Καζαντζάκη και αποφεύγοντας έντεχνα κάθε ίχνος greek κιτς.

Τα συναρπαστικά σκηνικά του Μανώλη Παντελιδάκη, παρέα με τα υψηλής αισθητικής και άρτιας λειτουργικότητας βίντεο του Παντελή Μάκκα και τους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου, πλάθουν πανέμορφα ταμπλώ που από μόνα τους είναι και αυτά πρωταγωνιστές, συμβάλλοντας ενεργά στις συναισθηματικές κορυφώσεις. Με τις διαρκείς και ταχύτατες σκηνικές εναλλαγές να αποτελούν πραγματικό άθλο, ο σκηνοθέτης και δημιουργός της παράστασης εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ίδια την αυλαία-οθόνη της σκηνής, στήνοντας εξαιρετικές μεταβάσεις, χρησιμοποιώντας ως απόλυτο μέρος τους και τα μουσικά μέρη που συνέθεσε και επιμελήθηκε ο Βάιος Πράπας, τα οποία μεταμορφώνουν τον “Ζορμπά” σε ένα άτυπο μιούζικαλ, καθώς η δομή, οι αλλαγές και το τέμπο ακολουθούν -και πολύ σωστά το πράττουν- τις συβάσεις του είδους, θυμίζοντας προζάτη εκδοχή ενός mega musical του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης.

Το πάντρεμα εικόνας, ήχων και μουσικών κάνει τη σκηνή στο “Θέατρον” να αποκτά μεγαλείο και μαγεία κινηματογραφικής υπερπαραγωγής, καθώς σε ταξιδεύουν σε τόπους και χρόνους αλλοτινούς, παραμυθένια πρωτόγνωρους μα και τόσο οικείους ταυτόχρονα.

 

Αυτό που πραγματικά συναρπάζει σε τούτον εδώ τον “Ζορμπά” είναι πως όλο αυτό το σκηνικό μεγαλείο δεν πνίγει ποτέ ούτε τον λόγο, ούτε τους ανθρώπους που βρίσκονται στη σκηνή. Αντιθέτως, όλα μαζί γίνονται ένα, σε ένα συναρπαστικό σύνολο που κορυφώνεται σταδιακά, χωρίς να παύει ποτέ να σε εκπλήσσει, για να καταλήξει στη σπαρακτική δεύτερη πράξη (η σκηνή με το πλιάτσικο στο σπίτι της Μαντάμ Ορτάνς σού σφίγγει την καρδιά) και το εξαιρετικό φινάλε.

Μολονότι ένα αντίστοιχο θεατρικό υπερθέαμα δεν βασίζεται τόσο σε ρόλους και χαρακτήρες όσο σε συμβολικές περσόνες, ο “Ζορμπάς” του Γιάννη Κακλέα συνδυάζει αρμονικά τον λόγο με την εικόνα και τον χαρακτήρα με την περσόνα, καθώς κάθε σκηνή και κάθε ταμπλώ εξελίσσουν την ιστορία και τους ανθρώπους της, ποντάροντας στο πρωτότυπο κείμενο και παντρεύοντας ιδανικά τον ρεαλισμό με το φαντασιακό και τη διαχρονικότητα των εμβληματικών συμβόλων.

Έτσι λοιπόν, η χήρα της Ηλιάνας Μαυρομάτη σκηνοθετείται εν πολλοίς σαν αερικό, πληγωμένη γυναίκα και μαζί στοιχειό της γης και της θάλασσας που παρασύρει με την ύπαρξή της, ερωτεύεται με την ψυχή και συνταράσσεται με το κορμί. Την ίδια στιγμή, η Μαντάμ Ορτάνς, στο ευμετάβλητο και εύθραυστο πρόσωπο της υπέροχης Όλιας Λαζαρίδου, αποκτά τη συντριπτική αφέλεια της αιώνιας εταίρας που όμως στο βλέμμα και στο σώμα κουβαλά τις ρωγμές μιας ζωής έντονης, γεμάτης από περασμένα, αγοραία μεγαλεία.

Το εμμονικό της δόσιμο στον έρωτά της για τον Ζορμπά, η τρυφερότητα που χαρίζει απλόχερα στον νέο της φίλο, τον συγγραφέα, και η στοργή με την οποία αγκαλιάζει τον τρελό του χωριού (κλέβει την παράσταση με τη λιτότητα και την εσωτερική ακρίβεια της ερμηνείας του ο Δημήτρης Φουρλής), μετατρέπουν την Ορτάνς της Όλιας Λαζαρίδου σε παζλ μιας ολόκληρης ζωής που την εισπράττεις με κάθε της ματιά και την ακούς σε κάθε συλλαβή της κάθε λέξης της.

Λάτρεψα τον Αιμιλιανό Σταματάκη στον ρόλο του συγγραφέα, καθώς αποδίδει ασυναίσθητα λες την ευγένεια και την ανατροφή των σπουδών και της καταγωγής του, με βάδισμα και φωνή που πάλλονται, καθώς (μας) ταξιδεύει από την άγνοια στην ενσυναίσθηση για να καταλήξει στο πρώτο αληθινό ξέσπασμα της ψυχής του, όταν με έναν αποχαιρετισμό και με έναν ξέφρενο χορό ανακαλύπτει επιτέλους την αλήθεια. Τεράστιο το βάρος στους ώμους του Γιάννη Στάνκογλου (και φυσικά του Γιάννη Κακλέα), ο οποίος καλείται να βρει τα πατήματα εκείνα του Ζορμπά που ούτε τον Καζαντζάκη θα πρόδιδαν, ούτε μίμηση θα αποτελούσαν αλλά ούτε θα ξένιζαν το κοινό που μέσα του θαρρεί πως τον γνωρίζει τον Ζορμπά.

Φωνή, ματιά και ποστάρισμα στο κορμί λοιπόν αποτελούν το τρίπτυχο που πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης επιλέγουν για να αποδώσουν έναν Ζορμπά φρέσκο αλλά και τόσο γνώριμο, ενώ είναι φορές που το έμπα του στη σκηνή μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. Αυθάδης, αγέρωχος, άλλες φορές άγριος, άλλες σκανδαλιάρης σαν μικρό παιδί, ο Γιάννης Στάνκογλου απομακρύνεται από στερεότυπα τόσο όσο χρειάζεται ώστε να μην παύει ούτε λεπτό να είναι ο ήρωας που έχει αποτυπωθεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο.

Μακάρι να είχα τον χρόνο να μιλήσω για κάθε έναν από τους ηθοποιούς αυτού του πολυπληθέστατου θιάσου, όπως ας πούμε για τον “κρητίκαρο” Ιβάν Σβιτάιλο και τη σπαρακτική μάνα της Δέσποινας Πολυκανδρίτου, όμως θα αρκεστώ προς ώρας να θαυμάσω την αρμονία του συνόλου και το καλοκουρδισμένο σύνολο που λειτουργεί καταλυτικά στην απογείωση της παράστασης.

Αν κάπου βγάζω το καπέλο (ακόμα μία φορά) στον Γιάννη Κακλέα είναι στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε το συρτάκι του φινάλε.

 

• Θέατρον του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος -Σκηνή “Αντιγόνη” – Πειραιώς 254, Ταύρος
Παραστάσεις: Τετάρτη & Πέμπτη στις 19:00, Παρασκευή & Σάββατο στις 20:30, Κυριακή στις 19:00

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

A
A
 Photos
A
 Followers
A
 Following