to top

Είδαμε την παράσταση | Συνέβη στο Monterey

Συνέβη στο Monterey

“Συνέβη στο Monterey” του Άκη Δήμου, σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς, πρωταγωνιστούν: Λυδία Φωτοπούλου, Καίτη Κωνσταντίνου.

Δυο γυναίκες συναντιούνται τυχαία στις τουαλέτες του κοσμικού εστιατορίου Monterey. Η μία είναι διάσημη ηθοποιός σε καθημερινή τηλεοπτική σειρά, που μόλις έχει μάθει από τον παραγωγό της που την κάλεσε σε δείπνο πως πρόκειται να τη “σκοτώσουν” στο τέλος της σαιζόν. Η άλλη είναι μια παντρεμένη γυναίκα, βυθισμένη στην πλήξη και στη δυστυχία του γάμου της, μανικιουρίστα μεταξύ άλλων στο επάγγελμα, που αποφάσισε να καταφύγει στις τουαλέτες για να ξεφύγει από τον ανυπόφορο σύζυγό της.

Όταν αναγνωρίζει το τηλεοπτικό της ίνδαλμα, δεν αργεί να της πιάσει την κουβέντα, με αποτέλεσμα να βρεθούν ανέλπιστα κοντά και να μετατρέψουν αυτόν τον παράξενο τόπο συνάντησης σε εξομολογητήριο όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά ενόσω οι καρδιές ανοίγουν.

 

 

Γλυκόπικρη κωμωδία ή ανάλαφρο δράμα, το ολοκαίνουργιο θεατρικό του Άκη Δήμου, Συνέβη στο Monterey που παρουσιάζεται στη σκηνή του Μικρού Χορν φέρνει κοντά δύο μεγάλες κυρίες του θεάτρου, τη Λυδία Φωτοπούλου και την Καίτη Κωνσταντίνου, σε μια απολαυστική συνύπαρξη γεμάτη συγκίνηση, αλήθειες και χιούμορ.

Σύγχρονο έργο, φρέσκο και με κείμενο κομμένο και ραμμένο επάνω στις δύο σπουδαίες πρωταγωνίστριες, το “Συνέβη στο Monterey” είναι μια από αυτές τις ξεχωριστές περιπτώσεις όπου ο λόγος, οι ερμηνείες, οι χαρακτήρες και η ιστορία μετουσιώνονται σε ένα σύνολο γεμάτο αρμονία και ψυχική συμφωνία. Το μαγικό στην παράσταση είναι πως όσο περνά η ώρα χαρακτήρες και ηθοποιοί χάνουν την πραγματική τους ταυτότητα έτσι όπως αφήνεσαι στη στιγμή και στον χρόνο που έχει παγώσει στις τουαλέτες αυτού του εστιατορίου (σκηνικά: Γιώργος Θεοδοσίου, φωτισμοί: Χάρης Δάλλας) και απλά παρακολουθείς αυτές τις δύο υπέροχες γυναίκες να ανταλλάσουν καυστικές ατάκες, να συμπαραστέκονται αλλά και να πληγώνουν η μία την άλλη σε ένα παιχνίδι αυτογνωσίας και κάθαρσης.

Με τον ίδιο τρόπο που ο Άκης Δήμου έχει κεντήσει τις λεπτομέρειες του κειμένου του επάνω στις δύο πρωταγωνίστριες, ο Τάκης Τζαμαργιάς τις σκηνοθετεί επενδύοντας στην οικειότητά τους τόσο μεταξύ τους όσο και με το κοινό, όχι για να κερδίσει εύκολη μανιέρα -προς Θεού- αλλά για να “κατεβάσει” τους χαρακτήρες ακόμα πιο κοντά στους θεατές και να ανυψώσει την ερμηνευτική και προσωπική τους χημεία.

Και κάπως έτσι, αυτές οι δύο άγνωστες σε εμάς γυναίκες αποκτούν εξ αρχής κάτι το γνώριμο που υπερβαίνει το όνομά τους και τον ρόλο που υποδύονται, ώστε να προσεγγίσουν το δικό μας θυμικό και να μας κάνουν να τις νιώσουμε και να τις νοιαστούμε. Κατ’ αρχάς είναι ο τρόπος με τον οποίο έχει σκηνοθετήσει τη φωνή, ποιητικά μελαγχολική και τραγικά τραγουδιστή στην περίπτωση της “ηθοποιού” Λυδίας Φωτοπούλου, κόντρα στην πιο στακάτη, κυνική και επιθετικά στεγνή της Καίτης Κωνσταντίνου έτσι όπως υποδύεται αυτή τη γυναίκα που έμαθε πώς να επιβιώνει και όχι πώς να αγαπιέται.

Και έπειτα είναι η καθοδήγηση της κίνησης που ακολουθεί τη φωνή, με όλη αυτή τη διακριτική -στα όρια του υπαινιγμού χορογραφίας- τοποθέτηση της “ηθοποιού” που σε κάνει να αναρωτιέσαι εάν λέει την αλήθεια της ή εάν ακόμα και τώρα υποδύεται έναν εαυτό που δεν είναι, απέναντι στην αεικίνητη “νυχού” της οποίας η εκρηκτική κίνηση κονταροχτυπιέται με τον γεμάτο καλή προαίρεση λόγο της. Έχουν μια γλυκιά και προκλητική αμφισημία οι ρόλοι, με προθέσεις διόλου ξεκάθαρες και με αλήθειες που εύκολα ξεστομίζεις σε κάποιον που θαρρείς πως δεν θα ξαναδείς αλλά την ίδια στιγμή γεμάτες από την υπόνοια ενός στρογγυλεμένου ψέματος που απλά μοιάζει με αλήθεια ή τουλάχιστον με την αλήθεια σου έτσι όπως θα ήθελες να είναι.

 

Η Λυδία Φωτοπούλου εισπράττει όλες αυτές τις μικρές, ανεπαίσθητες λεπτομέρειες της ηρωίδας της, τις φιλτράρει μέσα από τη μουσικότητα του αστείρευτου ταλέντου της και πλάθει μια εξαιρετική ηρωίδα, πληγωμένη, από τον εαυτό της και από τους άλλους, ευαίσθητη, αριστοκρατική αλλά και λαϊκιά στις στιγμές που απεκδύεται τη μάσκα της “σοβαρής” ηθοποιού αντιμετωπίζοντας την τραγικότητα της πραγματικότητας ενός καθημερινού σήριαλ όπου ούτε καν εκεί είναι πλέον ευπρόσδεκτη.

Με βλέμμα που μαρτυρά όσα τα λόγια δεν τολμούν και ένα σώμα που μοιάζει να χορεύει στη βουβή μελωδία από λέξεις, κινεί τα δάχτυλα υπνωτιστικά και κάνει το βήμα της να την απομακρύνει ενόσω στην ουσία την κρατά αγκυροβολημένη σε αυτόν τον τόπου όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. Μαγική σε όλες αυτές τις μικρές λεπτομέρειες, τη θαυμάζεις όταν παίζει ακόμα και με τον αστράγαλό της κυριολεκτικά, σαν να θέλει να φύγει αλλά σαν κάτι να την υποχρεώνει να παραμείνει εκεί μέχρι τέλους.

Για να επιστρέψω δε σε αυτό το αμφίσημο μεταξύ ρεαλισμού και μύθου, είναι βαθιά συγκινητική όταν η ηρωίδα της αναρωτιέται εάν πρέπει να παίξει στο θέατρο το “Καλοκαίρι και καταχνιά” που της έχει προτείνει ένας νεαρός σκηνοθέτης, κλείνοντας το μάτι στο δικό της θεατρικό παρελθόν και σε εκείνο το αξέχαστο ανέβασμα του έργου του Τενεσί Γουίλιαμς από τον Ανδρέα Βουτσινά στο ΚΘΒΕ που έχει στιγματίσει όλους εμάς που είχαμε την ευτυχία να το παρακολουθήσουμε.

Η Καίτη Κωνσταντίνου από την άλλη είναι αυτή που με τον ρόλο της σέρνει τον χορό, έτσι όπως κατευθύνει τις εξελίξεις. Μπορεί το “Συνέβη στο Monterey” να είναι έργο για δύο, αλλά ο χαρακτήρας που κινεί τα νήματα είναι αυτή η θυελλώδης γυναίκα που δεν ένιωσε ποτέ αγάπη. Παίζοντας σαν μια σκοτεινή εκδοχή του κωμικού εαυτού της, η Καίτη Κωνσταντίνου διαχειρίζεται το χιούμορ και το αστείο ως απειλή, φτάνοντας στα άκρα αλλά χωρίς ποτέ να τα ξεπερνά, με μια ερμηνευτική ωριμότητα που προσδίδει ουσία και παρελθόν σε έναν χαρακτήρα φαινομενικά ασήμαντο που μοιάζει να φωτίζεται από τη λάμψη της σταρ με την οποία συναντήθηκε τυχαία, όταν στην πραγματικότητα τίποτα δεν αγγίζει την πίκρα που θεριεύει από το ανήλιαγο σκοτάδι της.

Κι είναι αυτή η υπέροχη μαεστρία με την οποία κλείνει το μάτι στην κωμική της προϊστορία που εν τέλει τρομάζει καθώς η ηρωίδα της εξελίσσεται σε ένα πλάσμα απείρως πιο βασανισμένο, πικραμένο και εκτεθειμένο στη σκληράδα των γύρω της. Γελάς με κάποια από τα καμώματά της, αλλά ταυτόχρονα τη φοβάσαι, έτσι όπως ο χρόνος που σταμάτησε στις τουαλέτες του Monterey επιτρέπει στα πάντα να συμβούν.

Είναι κι αυτό το βλέμμα που ανταλλάσσουν στο φινάλε, γεμάτο υποσχέσεις και απογοήτευση που τελικά κάνει σινιάλο στον χρόνο να αρχίσει να μετρά ξανά και στις ζωές τους (και στις δικές μας) να συνεχίσουν από εκεί που είχαν σταματήσει. Τώρα, πόσο θα αλλάξουν οι ζωές όλων μας, είναι στο χέρι του καθενός μας να το ορίσει.

 

• Θέατρο Μικρό Χορν – Αμερικής 10, Κολωνάκι
Παραστάσεις: Δευτέρα & Τετάρτη στις 20:00, Τρίτη & Κυριακή στις 21:00

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

A
A
 Photos
A
 Followers
A
 Following