to top

Είδαμε την ταινία | West Side Story

Είδαμε την ταινία | West Side Story

Το West Side Story, είναι μιούζικαλ της 20th Century σε σκηνοθεσία Στήβεν Σπήλμπεργκ, με τους Άνσελ Έλγκορτ, Ρέητσελ Ζέγκλερ, Αριάνα ΝτεΜπόουζ, Ντέηβιντ Αλβάρεζ, Ρίτα Μορένο, Μάικ Φάιστ, Τζος Αντρές Ριβέρα, Μπράιαν Ντ’Άρσυ Τζέημς, Κόρεϋ Στολ.

To all time classic θεατρικό μιούζικαλ των Λέοναρντ Μπέρνστάιν και Στήβεν Σόντχάιμ επιστρέφει στο σινεμά για δεύτερη φορά στην ιστορία του, δια χειρός Στήβεν Σπήλμπεργκ στη σκηνοθεσία και στην παραγωγή και Τόνυ Κούσνερ στο σενάριο. Ο Τόνυ, η Μαρία, οι Τζετ, οι Καρχαρίες, η Ανίτα, ο Τσίνο, ο Μπερνάρντο και τα ερείπια των κατεδαφισμένων πολυκατοικιών στη Δυτική Πλευρά του Μανχάταν το 1957, εκεί που χρόνια αργότερα θα έβρισκε τη θέση του το Lincoln Center και οι καθώς πρέπει οικογένειες, ζωντανεύουν ξανά, όλοι τους πιο σημερινοί από ποτέ, διαχρονικά κλασικοί και μαζί βαθιά ανθρώπινοι.

 

 

Προσωπική επιθυμία και πάθος του ίδιου του Σπήλμπεργκ το “West Side Story” που έπαιζε από δίσκο στο πικάπ του πατρικού του όταν ακόμα ήταν παιδί, μεταμορφώνεται σε μια νέα ταινία, υψηλών κινηματογραφικών προδιαγραφών από κάθε άποψη που όμως δηλώνει απαρέγκλιτη προσήλωση και σεβασμό στο πρωτότυπο υλικό της. Εάν θέλουμε άλλωστε να είμαστε απόλυτα τυπικοί ως προς τη θεώρηση του έργου, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως δεν πρόκειται για remake της ταινίας του 1961, αλλά για κινηματογραφική επαναδιατύπωση του θεατρικού του 1957.

Αυτό μάλιστα, ως απάντηση σε κάποιους που αναρωτιούνται για τον λόγο που ο Σπήλμπεργκ πείραξε μια κλασική ταινία. Με την ίδια λογική, o “Άμλετ” του Κέννεθ Μπράνα θα έπρεπε να λογίζεται ως remake του “Άμλετ” του Μελ Γκίμπσον που κι αυτός θα ήταν remake του “Άμλετ” του Λώρενς Ολίβιε. Φυσικά και κανένας κινηματογραφικός Άμλετ δεν είναι remake κανενός, καθώς όλες οι ταινίες είναι απλά κινηματογραφικές διασκευές του θεατρικού. Για να μην πιάσω τα βιβλία της Τζέην Ώστιν…

Μάλιστα, αυτό που βρήκα συγκινητικό αλλά και βαθιά ουσιαστικό σε αυτήν τη νέα αφήγηση, είναι πως ο Σπήλμπεργκ είτε ηθελημένα είτε απλά ακολουθώντας έναν δημιουργικό μονόδρομο, παραμένει πιστός στην άγραφη λογική που θέλει τα mega μιούζικαλ να επιστρέφουν μετά από χρόνια -στο σανίδι κυρίως- απογυμνωμένα από περιττές φιοριτούρες και επικεντρωμένα στα απολύτως ουσιώδη -στους χαρακτήρες, στα συναισθήματα, στις συνθήκες- ιδωμένα μάλιστα σε μια κλίμακα πιο ανθρώπινη. Όταν για παράδειγμα το “Sunset Boulevard” επέστρεψε στο Μπρόντουέυ ή στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου, τα μεγαλοπρεπή, εντυπωσιακά και περίτεχνα σκηνικά που σε άφηναν άφωνο είχαν φύγει, αφήνοντας στη σκηνή τα απολύτως απαραίτητα που πλαισίωναν το δράμα του Τζο και της Νόρμα.

 

Στο “West Side Story” του Στήβεν Σπήλμπεργκ, η λαμπερή τεχνικολόρ φωτογραφία, οι over the top χορογραφίες, το άπλετο φως της εικόνας και οι εξιδανικευμένες (με ντουμπλάζ οι περισσότερες) ερμηνείες των τραγουδιών, στοιχεία σημαντικά της εποχής και των συνθηκών εκείνου του πρώτου “κινηματογραφικού ανεβάσματος” δίνουν τη θέση τους σε έναν απτό, μα καλαίσθητο και πολυτάλαντο ρεαλισμό. Η φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι αναδεικνύει σε παστέλ αποχρώσεις σκιές και συναισθήματα, τα σκηνικά είναι γεμάτα σκόνη από τα συντρίμμια των κατεδαφίσεων, μα την ίδια στιγμή τεράστια σε κλίμακα, όλα στημένα σε εξωτερικούς χώρους, για περισσότερη αλήθεια στον φωτισμό και στον αέρα, αλλά και για μέτρο σύγκρισης των ανθρώπων που μοιάζουν με φιγούρες επιτραπέζιου σε σύγκριση με τις μισογκρεμισμένες πολυκατοικίες.

Οι χορογραφίες του Τζάστιν Πεκ δεν έχουν φιγούρες σάλας μα ρυθμό, πάθος και πόθο για ζωή, αποδοχή και εκδίκηση, με βήματα χορταστικά που αφήνουν το μάτι να τα αντιληφθεί και την ψυχή να νιώσει την ανάγκη τους. Την ίδια στιγμή οι φωνές των ηθοποιών δεν είναι αυτές οι τέλειες μιας λυρικής παραγωγής μα ξεκάθαρες, δυνατές, ακόμα κι όταν σπάνε κι όταν βραχνιάζουν, όπως στο ρεφραίν του “Μαρία” σπάει ο Άνσελ Έλγκορτ (τι ταλαντούχο αυτό το παλικάρι).

Η σκηνοθεσία του Σπήλμπεργκ υπογράφει έναν υποδειγματικό ρυθμό, τόσο στην πρόζα όσο και στα μουσικοχορευτικά νούμερα, επιτάσσοντας αντίστοιχους ρυθμούς και στο μοντάζ (Σάρα Μπρόσαρ, Μάικλ Καν) που δεν έχει ίχνος επιτήδευσης, μα υποτάσσεται με σεβασμό στη δράση και στην εξέλιξη του έργου. Με τον τρόπο αυτό το μάτι απολαμβάνει τους ηθοποιούς στα κοντινά αλλά και στα μακρινά τους πλάνα, ενώ χορταίνει αυτές τις “επείγουσες” χορογραφίες, καθώς ο Σπήλμπεργκ δεν πέφτει στην παγίδα να “χορογραφήσει” με την κάμερα και με το μοντάζ, αλλά αφήνει τα πλάνα του να εξελιχθούν, με μια διακριτική μα λειτουργική κίνηση που μοιάζει να ακολουθεί τον ρυθμό παρασυρμένη από τη μελωδία.

Η Ρίτα Μορένο, σε έναν νέο ρόλο ειδικά γραμμένο για την ταινία, είναι ο τόνος νοσταλγίας και σεβασμού στο παρελθόν μα και η παρακαταθήκη για το μέλλον, καθώς αναλογίζεσαι πόσο έλειπε εν τέλει και από το πρωτότυπο αυτή η σύγχρονη εκδοχή της παραμάνας από τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Η σύγχρονη εκδοχή της Ανίτας ανήκει στην Αριάνα ΝτεΜπόουζ που έχει τον δυναμισμό, το τέμπο και την παρουσία, όμως νιώθεις σαν να της λείπει η έκρηξη που βγαίνει από τα μέσα της. Η πρωτοεμφανιζόμενη Ρέητσελ Ζέγκλερ είναι η Μαρία του φωτός, της μελωδίας, της χαράς και της παντοτινής αγάπης, δίπλα στον Τόνυ του Άνσελ Έλγκορτ που είναι ο έρωτας, η ελπίδα και η σιγουριά.

Πιο γήινες και με περισσότερο ακουστικό βάθος οι ενορχηστρώσεις του Γκουστάβο Ντουνταμέλ, ενώ μοναδική μου (προσωπική και όχι αντικειμενική) ένσταση είναι η μετακίνηση του “Somewhere” από το φινάλε του Τόνυ και της Μαρίας στα χείλη του χαρακτήρα της Ρίτα Μορένο.

Απόλυτα λειτουργική και λογική επιλογή υπό το πρίσμα αυτής της νέας, πιο ανθρώπινης, ανάγνωσης, στερεί όμως από το μουσικό έργο το μεγάλο του κρεσέντο. Το τελευταίο πλάνο είναι πίνακας ζωγραφικής.

Μάνος Θηραίος

Δεν ξέρω αν φταίει το ότι γύρω από τα Κάτω Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω υπήρχαν πολλοί κινηματογράφοι, το ότι είμαι μοναχοπαίδι ή ότι οι γονείς μου είχαν πάρει είδηση πως τους άφηνα στην ησυχία τους όταν έβλεπα ταινία. Κάπου εκεί πάντως έγινε η ζημιά, στα σίγουρα. Κι όσο, μεγαλώνοντας, ανακάλυπτα πως το σινεμά ήταν κάτι περισσότερο από περιπέτειες, κωμωδίες, από την Αλίκη ή την Έλενα Ναθαναήλ εκείνο το καλοκαίρι, τόσο μεγάλωνε και το ταξίδι. Πάντα γούσταρα να βλέπω ταινίες κι ύστερα να τις αφηγούμαι στους δικούς μου ανθρώπους. Κι ας μην τους γνώριζα όλους με το όνομά τους.

A
A
 Photos
A
 Followers
A
 Following