to top

Μαρία Πολυδούρη – Υπήρξα μια ερωτευμένη σ’ όλη μου τη ζωή

Μαρία Πολυδούρη - Υπήρξα μια ερωτευμένη σ' όλη μου τη ζωή

Στις 29 Απριλίου του 1930, έχοντας ήδη ζήσει έναν συναρπαστικό, αλλά και ασύδοτο για την εποχή βίο, η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη , πεθαίνει από ένεση μορφίνης στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια.

Η ίδια είχε ζητήσει λίγο νωρίτερα από τον καλό της φίλο και «αιώνιο θαυμαστή» της, Βασίλη Γεντέκο, να της προμηθεύσει το ναρκωτικό στο θεραπευτήριο όπου βρισκόταν, καθώς είχε προσβληθεί από φυματίωση.

 

Η Μαρία Πολυδούρη δείχνει από πολύ μικρή ένα ιδιαίτερο ταλέντο που ταιριάζει με την ξεχωριστή, τολμηρή φύση της. Στα 14 της μόλις χρόνια δημοσιεύει το πρώτο της έργο, το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας», το οποίο και αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο.

Γεννημένη στην Καλαμάτα, στην οποία επιστρέφει σε ηλικία 16 ετών, η Μαρία Πολυδούρη μεγάλωσε, λόγω των μεταθέσεων που πήρε ο καθηγητής πατέρας της, στο Γύθειο και στα Φιλιατρά.

Ολοκληρώνει το Γυμνάσιο και προσλαμβάνεται στην Νομαρχία Μεσσηνίας το 1918, αλλά δυο χρόνια αργότερα, το 1920 χάνει -μέσα σε 40 μέρες- και τους δυο γονείς της, ένα γεγονός που την συνταράσσει αλλά και την απελευθερώνει την ίδια στιγμή.

 

Οι γονείς της δεν ήταν όμως οι άνθρωποι που την καταπίεζαν. Η μητέρα της ασχολείται με το γυναικείο κίνημα, μεταφέροντας στην κόρη της τις ιδέες και τα προτάγματα του, ενώ ο πατέρας της είναι ένας φιλελεύθερος γονιός, ειδικά με τα δεδομένα ενός άνδρα της εποχής εκείνης.

Η κλειστή και συντηρητική κοινωνία της Καλαμάτας όμως δεν είναι  έτοιμη για μια γυναίκα σαν την Πολυδούρη, που συγκινείται από την Οκτωβριανή Επανάσταση, εμπνέεται από τους φεμινιστικούς αγώνες, και είναι τελικά μια από τις λίγες γυναίκες που γράφουν στον Ελευθέριο Βενιζέλο επιστολή, ζητώντας του την καθιέρωση της ψήφου των γυναικών.

 

→ Το 1921 και αφού οι δυο γονείς της είναι ήδη νεκροί, παίρνει μετάθεση για την Νομαρχία της Αθήνας, άλλη μια εξέλιξη που θα επηρρεάσει καθοριστικά την ζωή της, καθώς εκεί θα γνωρίσει τον συνάδελφο της και έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελλάδας του μεσοπολέμου, τον Κώστα Καρυωτάκη.

Ο έρωτας που αναπτύσσεται μεταξύ τους από τον Ιανουάριο του 1922 είναι σφοδρός και το πάθος της για εκείνον καθηλωτικό. Όπως συμβαίνει όμως, δεν θα έχει το αίσιο τέλος που όλοι ονειρεύονται

Τον Αύγουστο του 1922, ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι πάσχει από σύφιλη, μια ανίατη και στιγματική για την εποχή ασθένεια, την οποία εμμέσως παραδέχεται με το ποίημα του «Ώχρα Σπειροχαίτη» (ο ιός που προκαλεί την σύφιλη). Ζητά απο την Μαρια να χωρίσουν λέγοντας της ότι δεν μπορεί να την παντρευτεί, σε αυτήν την κατάσταση υγείας. Εκείνη του απαντά ότι δεν μπορεί να σκεφτεί την ζωή της χωρίς εκείνον και του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Ο περήφανος Καρυωτάκης αρνείται αυτόν τον απαξιωτικό για εκείνον συμβιβασμό.

Η Μαρία Πολυδούρη καταρρέει. Πιστεύει ότι ο Καρυωτάκης είναι ανειλικρινής μαζί της για το θέμα της αρρώστιας και πιστεύει ότι η ιστορία αυτή είναι μια πρόφαση για να την ξεφορτωθεί. Δεν αντέχει όμως να τον χάσει από την ζωή της και έτσι συνεχίζει να διατηρεί φιλική σχέση μαζί του.

 

 

Το 1924 γνωρίζει τον Αριστοτέλη Γεωργίου, έναν νέο, όμορφο και πλούσιο δικηγόρο με τον οποίο και αρραβωνιάζεται το 1925. Το έτος αυτό θα φέρει πολλές αλλαγές στην ζωή της. Απολύεται λόγω της ασυνέπειας της στην εργασία από την Νομαρχία Αθηνών, εγκαταλείπει την Νομική Σχόλη, στην οποία φοιτά από την εποχή που πρωτοέφτασε στην πρωτεύουσα και γράφεται στην Σχολή Θεάτρου του Εθνικού και μετέπειτα στην Δραματική Σχολή Κουναλάκη.

Τίποτα όμως απ όλα αυτά δεν μπορούν να γιατρέψουν τον καημό που έχει στην καρδιά της για τον ανεκπλήρωτο έρωτα της με τον Καρυωτάκη. Το 1926 διαλύει τον αρραβώνα της με τον Γεωργίου και φεύγει για το Παρίσι, όπου και παρακολουθεί μαθήματα υψηλής ραπτικής στην σχολή Εκόλ Πιζιέ.

Εκεί, το 1928, θα εισαχθεί επειγόντως στο νοσοκομείο Σαριτέ, όπου και θα μάθει ότι έχει προσβληθεί από φυματίωση. Επιστρέφει αμέσως στην Αθήνα και εισάγεται στο Νοσοκομείο Σωτηρία. Εκεί, στην τρίτη θέση απόρων βρίσκεται μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο που νοσηλεύεται για τον ίδιο λόγο και για τον όποιον η Πολυδούρη γράφει το «Βαριά Καρδιά». Τον Ιούλιο του ίδιου έτους μαθαίνει τα νέα για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη.

 

Το 1928 κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή, «Οι τρίλλιες που σβήνουν », ενώ το επόμενο έτος κυκλοφορεί και η δεύτερη δουλειά της, «Ηχώ στο Χάος». Κι όμως, συγκλονισμένη από την απώλεια, καταπονημένη από την ασθένεια, η Μαρία Πολυδούρη δεν είναι ποτέ ξανά η ίδια.

Ζητά από έναν φίλο της να την προμηθεύσει με ενέσιμη μορφίνη, η οποία και θα δώσει την χαριστική βολή. Τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου «σβήνει» στην κλινική. Θα κηδευτεί την ίδια μέρα στο Α Νεκροταφείο.

Λίνα Καλογερέα

Λίνα Καλογερέα. Το Ρε στο επίθετο με έψιλον. Όλοι το κάνουν λάθος. Μ’αρέσει να γελάω μέχρι δακρύων και να απολαμβάνω ατελείωτους κλαυσίγελους σε περιόδους που το πάτωμα είναι η μόνη παρέα μου. Αγαπώ την πόλη μου γιατί μου θυμίζει λίγο εμένα. Σαν να είμαι απρόσιτη, λίγο Drama Queen, λίγο προστατευτική, πολύ αυθόρμητη, καθόλου λογική, παθιασμένη με ανθρώπους και καταστάσεις. Είμαι εθισμένη στην μουσική και τα γλυκά. Α! Και τον σκύλο μου τον Ζάρκο!

Invalid username, no pictures, or instagram servers not found
Invalid username, no pictures, or instagram servers not found